Γυμναστήριο- μέρα πρώτη

Μοιραστείτε το :

Και ήρθε η μέρα, η νύχτα μάλλον, που ξεκίνησα το γυμναστήριο… «Τώρα το θυμήθηκες» θα μου πεις, «αφού τελείωσε το καλοκαίρι, οι παραλίες, τα φλαμίνγκο». «Τώρα», θα σου απαντήσω, γιατί με έχουν πιάσει οι ανάποδες μου το τελευταίο διάστημα και όλα ανάποδα τα κάνω.

Πήγα που λες γυμναστήριο, αλλά για να μη μου πέσει και βαρύ, είπα να ξεκινήσω με Ζούμπα. Χορός, λέω είναι και θα διασκεδάσω και θα χάσω και θερμίδες. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Δεν ήξερα πού πάνε τα τέσσερα, πρώτη μου φορά εκεί, ok, ρωτώντας πας στην Πόλη. Ρωτώντας λοιπόν, τη βρήκα την αίθουσα, στην οποία μέσα γινόταν συλλαλητήριο. Τεσπά, βρήκα ένα σημείο, τρούπωσα και περίμενα. Σκέφτηκα ότι κάνα δυο να μην έχουν κάνει μπάνιο \ βάλει αποσμητικό, την κάτσαμε, θα λιποθυμήσουμε όταν ξεκινήσει το πρόγραμμα.

Αναγνωρίζω ότι ήμουν προπέτης, γιατί τελικά όλο αυτό το μαζεμένο τσούρμο ήταν πεντακάθαρο. Τουλάχιστον τα είκοσι άτομα γύρω μου δεν μου δημιούργησαν κάποια δυσφορία, για τους πιο μπροστά, δεν παίρνω και όρκο. Η μόνη δυσκολία ήταν ότι δεν είμαι και πρώτο μπόι και δεν έβλεπα καθαρά τι δείχνει η γυμνάστρια τρία χιλιόμετρα μπροστά, αλλά ευτυχώς ήταν όλοι συντονισμένοι και ενημερωμένοι, οπότε χαλαρά ακολούθησα κι εγώ.

Όχι ότι έχω καιρό να βγω να διασκεδάσω , αλλά νόμιζα ότι είμαι στο «Ακρωτήρι» ή στο «Island» και γούσταρα τρελά. Ήταν κι ακριβώς το είδος μουσικής που μ’ αρέσει, φορούσα και ωραίο μπλουζάκι, με έβλεπα και σε καθρέφτη και είχα κάνει κατάσταση στο μυαλό μου. Το κούνησα κανονικά, τα ‘δωσα όλα, σου λέω. Στη αρχή τουλάχιστον, γιατί στην πορεία έχασα το φως μου, σταμάτησα να βλέπω μπροστά μου, με δυσκολία έπαιρνα ανάσα. Διότι στην πορεία, η γυμνάστρια ανέβασε τρελά τον ήδη ανεβασμένο πήχη.

Ένιωθα λες και ήμουν ανάμεσα σε μελλοντικούς πρωταθλητές που θα κατέβουν άμεσα σε μαραθώνιο Ζούμπας. Η γυμνάστρια είχε έρθει με άγριες διαθέσεις, εξαρχής ήταν το όλο στιλ πολύ δυναμικό. Σκέφτηκα ότι θα έχει διακυμάνσεις στην ένταση της γυμναστικής όσο θα προχωρούσε, ότι θα το πηγαίνε εναλλάξ, δυνατά- χαλαρά- δυνατά. Έτσι σκέφτηκα.

Εντάξει, από ένα σημείο και μετά, τα ‘παιξα. Κανονικά, θα ‘πρεπε πιθανά να σταματήσω, μην πάθω κάνα τραυματισμό, ακόμα δεν ξεκίνησα το gym. Ο εγωισμός μου όμως, ότι δε θα είμαι εγώ η μόνη που θα τα παρατήσω ανάμεσα σε όλο αυτόν τον κόσμο και ντουνιά, δε με άφησε. Άλλωστε, τόση εξάσκηση έχω κάνει χορεύοντας μόνη μου στο σαλόνι μου, μπροστά στον καθρέφτη με το MAD στη διαπασών, δε με λες και ντιπ για ντιπ απροπόνητη.

Ο ιδρώτας κυλούσε ποτάμι και από μένα και απ’ τους συναθλητές μου, κυριολεκτικά, ήμασταν όλοι μούσκεμα, λίγο ακόμη και θα χορεύαμε σε στιλ Dancing in the rain. Όλο το μιλιούνι ήμασταν στην ίδια κατάσταση, πλην μιας κοπέλας, που την ονόμασα «Κυρία με τις καμέλιες». Μη ρωτάς «γιατί», έτσι μου ‘ρθε.

Η κυρία με τις καμέλιες ξεχώριζε, διότι δεν είχε κόκκο ιδρώτα πάνω της. Το εννοώ. Όλοι στάζαμε αγκομαχώντας, ξεφυσώντας, χοροπηδώντας, βγάζοντας κραυγές εκεί που μας έλεγε η γυμνάστρια κι εκείνη με μια ηρεμία και νωχελικότητα έκανε τις κινήσεις, λες και χόρευε στη λίμνη των Κύκνων, λες και δεν ήταν ανάμεσα μας. Περισσότερη ένταση έχω όταν είμαι ξαπλωμένη στον καναπέ μου. Απ’ ότι θυμάμαι βέβαια, έχει καιρό να μου συμβεί αυτό.

Κάποια στιγμή, εκεί που σκέφτηκα ότι πάει, θα τα παρατήσω και ας έχει περισσότερες αντοχές από μένα ακόμη και η κυρία με τις καμέλιες -δεν είχε και κάνα ρολόι σε κάνα τοίχο να ξέρεις πέρασε ο χρόνος, κόλλησε, τι ώρα είναι ρε παιδί μου – ξεκίνησε τις διατάσεις. Τελείωσε το μάθημα, μπήκε η καθαρίστρια, με τη σφουγγαρίστρα, μάζεψε τις λίμνες από κάτω, μπήκε η επόμενη τάξη και εγώ πήρα το δρόμο του γυρισμού.

Στο σπίτι άδειασα όλα τα μπουκάλια με το νερό που είχαμε στο ψυγείο και δεν ήξερα τι να φάω για βραδινό. Δεν κόντεψα να αφήσω την τελευταία μου πνοή εκεί πέρα για να φάω ό,τι να ‘ναι λίγη ώρα αργότερα. Τελικά, την έβγαλα με φρούτα. Για σήμερα. Αύριο είναι μια άλλη μέρα, το είπε η Σκάρλετ και η Σκάρλετ ξέρει.

Πάντως, όποιος παρακολουθήσει αυτό το συγκεκριμένο μάθημα τρείς φορές την εβδομάδα, σε ένα μήνα θα είναι μισός άνθρωπος. Τώρα έκανα τρελή διαφήμιση και θα θες να έρθεις, αλλά δε σου λέω πού πάω γιατί δε χωράμε. «Να φύγετε κύριε, να πάτε αλλού», που λέει και μια αγαπημένη  μου διαφήμιση.

Άντε, καλή μου αρχή και το βασικότερο, καλή συνέχεια!

Μοιραστείτε το :

Αφήστε μια απάντηση