Μαμά σημαίνει αγάπη…

Μοιραστείτε το :

Ούσα μάνα τα τελευταία πέντε χρόνια, έχω παρακολουθήσει -ή  με ‘χουν πάρει και τα σκάγια ξώφαλτσα- διάφορες μαμαδίστικες διαμάχες για το ποια τον έχει μεγαλύτερο. Τον τίτλο της μαμάς.

Εκείνες που θηλάζουν πολύ με εκείνες που θηλάζουν λίγο ή καθόλου, εκείνες που γέννησαν φυσιολογικά με εκείνες που έκαναν καισαρική, αυτές που χρησιμοποίησαν επισκληρίδιο με εκείνες που δεν το ‘καναν,  εκείνες που υψώνουν φωνή με εκείνες που δεν το κάνουν.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Θέλω να επισημάνω ότι μάνα δεν είναι μόνο αυτή που γεννάει. Αυτή λέγεται βιολογική μάνα, μάνα by default. Επί της ουσίας όμως, αν δεν αγαπάει τα παιδιά της, αν αδιαφορεί, αν τα παρατάει ή τα κακομεταχειρίζεται, τότε ο τίτλος της μάνας είναι διακοσμητικός και δεν της αξίζει.

Γιατί είναι τίτλος και μάλιστα τιμής. Είναι κάτι σπουδαίο, κάτι που δεν περιγράφεται με λόγια, να σε αποκαλεί μαμά ένα παιδί.

Μάνα, μπορεί να είναι κάποια που δεν γέννησε το παιδί, δε βγήκε από μέσα της, δεν το θήλασε. Μάνα είναι κι εκείνη που επιλέγει συνειδητά και παίρνει την ευθύνη να μεγαλώσει ένα παιδί που δεν είναι δικό της, να του δώσει αξίες, να τον κάνει σωστό άνθρωπο με ολοκληρωμένη, υγιή προσωπικότητα. Εκείνη που βοηθάει να εκπληρωθούν τα όνειρά του, ο πόνος του κι η χαρά του γίνονται δικά της, το προστατεύει, του προσφέρει το «είναι» της, το νιώθει παιδί της.  Κι εκείνο τη νιώθει μάνα του.

Γιατί μάνα είναι και συναίσθημα. Δεν είναι μια απλή προσφώνηση.

Με αφορμή τα παραπάνω, θέλω να γράψω για μια γυναίκα πολύ ξεχωριστή, μια γυναίκα πολύ δυναμική  και πετυχημένη στην καριέρα της, που όμως πάνω απ’ όλα ήταν και είναι, μάνα.

Αυτή η γυναίκα, άνοιξε τα φτερά της κι έβαλε από κάτω ένα παιδί στην προεφηβεία, που όλοι γνωρίζουμε ότι είναι μια δύσκολη φάση στη ζωή του παιδιού, πόσο μάλλον αν και οι γύρω – γύρω του συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές.

Του πρόσφερε αγάπη, ασφάλεια, σπίτι, έχοντας αφενός, ήδη δύο δικά της βιολογικά παιδιά, αφετέρου, χίλια δυο προβλήματα, συναισθηματικής, οικονομικής και πάσης φύσεως.

Τραβούσε ζόρια, αλλά είπε «αυτό το παιδί θα το μεγαλώσω εγώ και δε θα το αφήσω στην -κακή- τύχη του». Σαν καλή νεράιδα, άλλαξε την πορεία που έπαιρνε η ζωή του παιδιού , που ξέφυγε στη στροφή, και έμπαινε σε σκληροτράχηλο δρόμο με κοτρόνες και την  έβαλε πάλι στην φρεσκοστρωμένη άσφαλτο.

Ποτέ δεν το ξεχώρισε από τα δύο βιολογικά της παιδιά, που με τον χρόνο έγιναν και ένιωσαν πραγματικά αδέρφια και σε όλους συστηνόντουσαν έτσι, γιατί απλώς, αυτή ήταν η πραγματικότητα.

Έδωσε ένα σταθερό περιβάλλον στο τρίτο παιδί, το ‘κανε να νιώθει ότι κάπου ανήκει και δεν είναι μονάχη καλαμιά στον κάμπο και δεν επέτρεψε σε κανέναν να το αποκαλέσει «το ορφανό». Και το πιο σημαντικό, κατάφερε το ίδιο το παιδί να μη νιώθει ορφανό. Να βγαίνει αβίαστα απ’ τη γλώσσα του αυτό το «μαμά», να το νιώθει και να το εννοεί.

Ούσα μόνη, μάνα και πατέρας μαζί, έκανε τρεις δουλειές για να τα  φέρει βόλτα και να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά της και ποτέ δε βαρυγκώμησε, να το περάσει το ζόρι που τραβούσε, στα παιδιά. Έκλεινε την πόρτα του σπιτιού και άφηνε τα προβλήματα έξω.

Ρούχο δεν είχε αγοράσει τα τελευταία άπειρα χρόνια, γιατί πάντα προείχαν οι βασικές ανάγκες των τριών παιδιών, τα φροντιστήρια, η παιδεία τους. «Η γνώση είναι κάτι που δεν μπορεί να σου πάρει  κανείς», έλεγε και εξακολουθεί να λέει. Σ’ αυτό το πλαίσιο κατάφερε να πάνε οικογενειακώς μέχρι και ταξίδι στο εξωτερικό κάποια Χριστούγεννα, αφενός, γιατί τα ταξίδια ανοίγουν το μυαλό και αφετέρου, ήθελε να δημιουργήσει όμορφες οικογενειακές αναμνήσεις στα παιδιά της.

Έμεινε μόνη, γιατί ήταν εξαιρετικά δύσκολο με τρία μικρά παιδιά και τόσες υποχρεώσεις, να βρεθεί κάποιος αντάξιός της και να δεχτεί όλο της το πακέτο. Κι εκείνη συμβιβασμούς δεν έκανε στη ζωή της. Δε τη φοβήθηκε, δεν της χαρίστηκε,  την αντιμετώπισε και την αντιμετωπίζει ηρωικά, παρ’ όλες τις αντιξοότητες και τον τροχό που έχει ξεχάσει να γυρίσει. Σαν άλλη Σκάρλετ, μετά από κάθε κατραπακιά, λέει χαμογελαστά και αισιόδοξα «Αύριο, είναι μια άλλη μέρα».

Αυτή η μάνα η γελαστή, που ακτινοβολεί θετική ενέργεια κι έχει καρδιά μεγάλη σαν την Πελοπόννησο, και δε γέννησε όλα της τα παιδιά και φώναξε και ίσως δεν έκανε όλα όσα μαθαίνουμε οι σύγχρονες μαμάδες από την ενσυναίσθηση.

Όμως, τα παιδιά της, και τα ΤΡΙΑ, τη θαυμάζουν, την έχουν πρότυπο, τη θεωρούν ήρωα και πιστεύουν ότι έχουν την καλύτερη μαμά του κόσμου.

Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, σε ζωή με φουρτούνες κι ελάχιστες μπουνάτσες, πρόσφερε όσα είχε και δεν είχε, αφήνοντας τον εαυτό της όχι δεύτερο, αλλά τελευταίο και καταϊδρωμένο, και το βασικότερο, χωρίς να το περάσει ποτέ σαν βραχνά στα παιδιά της.

Οπότε, αν πρέπει να υπάρξει μαμαδόμετρο, το μόνο κριτήριο που πρέπει να παίρνει υπ’ όψιν του είναι η αγάπη. Αν η μαμά αγαπάει, δίνει το εκατόν δέκα τοις εκατό του εαυτού της και προσπαθεί πάντα για το καλύτερο του παιδιού της, τότε είναι μια πολύ καλή μαμά. Απλά δεν είναι τα πράγματα;

 

Εξαιρετικά αφιερωμένο στη Μ.Ρ.Φ.

 

 

 

Μοιραστείτε το :

Αφήστε μια απάντηση