Αγαπητό μου ημερολόγιο,  Σκέφτομαι και γράφω

Μια φορά κι έναν καιρό στον Άη Στράτη…

Μοιραστείτε το :
Τις προάλλες, άκουσα μια συνάδελφο να λέει «έι, εγώ το πάτησα πρώτη»! Αναφερόταν στο ασανσέρ, που ναι μεν το κάλεσε αυτή, αλλά γυρίζοντας για ένα λεπτό την πλάτη της να μου πει κάτι, τσουπ, πρόλαβε και μπήκε μέσα άλλος συνάδελφος, βιαστικός, χωρίς να την προσέξει και έφυγε. Κι έμεινε εκείνη με το …κουμπί στο χέρι, να διαμαρτύρεται και να περιμένει το επόμενο! Κι εδώ τα ασανσέρ δεν πάνε και σφαίρα, ήταν και ώρα αιχμής, ένα δεκάλεπτο στο «περίμενε», το είχε στο νερό!

Άρχισα να χασκογελάω γιατί θυμήθηκα ένα πρόσφατο σκηνικό, μόνο οκτακόσιασαρανταδύο χρόνια πίσω, το οποίο θα σου διηγηθώ ευθύς αμέσως!(Παρεμπιπτόντως, το ευθύς σημαίνει αμέσως. Οπότε τώρα που τις έβαλα και τις δύο λέξεις μαζί είναι σαν να σου λέω: «θα σου διηγηθώ αμέσως-αμέσως», κάτι που δεν κάνω και καθυστερώ κάνοντας γλωσσική ανάλυση).

Βρισκόμαστε στο νησί, μη με ρωτάς ποιο νησί, ΤΟ νησί, τον Αη Στράτη εννοώ. Αν έλεγα για άλλο νησί, θα το αποκαλούσα με το όνομα του. Αλλά για το νησί μου, αναφέρομαι ως το νησί. Αν είσαι νέος φόλλοουερ, δες εδώ αφιέρωμα, είναι και καλοκαίρι, μπορεί να ψάχνεσαι για διακοπές!

Που λες είναι δεκαετία του 90 και βρισκόμαστε στο νησί, στον κήπο μας, που έχει συκιές και αμυγδαλιές. Ο παππούς μας κάθε χρόνο, μέχρι που μεγαλώσαμε, μας έπαιρνε μαζί του και τον βοηθούσαμε στο εξής:

Εκείνος τίναζε με ένα ραβδί τα κλαδιά, να πέσουνε τα αμύγδαλα από τα δέντρα κι εμείς τα εγγόνια τρέχαμε με μια σακούλα και τα μαζεύαμε.

Όταν τελείωνε η διαδικασία, μετρούσαμε πόσα αμύγδαλα μάζεψε ο καθένας και κάναμε ταμείο. Ο παππούς μας έδινε 5 δραχμές για το κάθε αμύγδαλο. Δεν είμαι σίγουρη για τις πέντε δραχμές, αν κάποιο άλλο εγγόνι θυμάται ακριβώς το ποσό ας το πει γιατί με τα νούμερα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, δεν τα πήγαινα ποτέ καλά.

Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, όσα περισσότερα αμύγδαλα είχες μαζέψει, τόσα πιο πολλά χρήματα σου έδινε ο παππούς Αντώνης και άρα τόσα πιο πολλά παγωτά /γαριδάκια /σουβλάκια, έτρωγες μετά. Όχι ότι χωρίς αμύγδαλα θα μέναμε χωρίς παγωτά και τα συναφή, αλλά λέμε.

Για τον παππού μου πολύ πιο εύκολο θα ήταν να αγοράσει αμύγδαλα και μάλιστα καθαρισμένα ή να τα μαζέψει μόνος του ξερωγω, παρά αυτή η διαδικασία που του κόστιζε και δέκα φορές περισσότερο. Όμως το έκανε για εμάς που μέσα από το παιχνίδι μας μάθαινε να εργαζόμαστε και να πληρωνόμαστε γι’ αυτό. Ο παππούς μου με τις αξίες του!

Όπως τρέχαμε λοιπόν να μαζέψουμε αμύγδαλα και μιλάμε για τρελό ανταγωνισμό, όχι αστεία, βλέπω ένα που είχε πέσει παραπέρα και τρέχοντας βολίδα το άρπαξα και το έβαλα στη σακούλα μου. Όπου ακούω την Έλενα, η αδερφή μου είναι αυτή, ετών έξι τότε; Κάπου εκεί -αν κάνω λάθος, είπαμε, με τα νούμερα δεν το έχω- να φωνάζει:

«ΕΕΕΕΕΕΕ, εγώ το μάτιασα (=το είδα) πρώτη».

Δε θυμάμαι ποιος το κράτησε το αμύγδαλο αυτό, κάτι μου λέει ότι το πήρε η μικρή, αφενός γιατί ξέρει να διεκδικεί, αφετέρου γιατί ήμουν μεγαλύτερη και σαν μεγαλύτερη μπορεί και να της το χάρισα.

Έτσι που λες….

Με τα αμύγδαλα η γιαγιά Ευτέρπη έφτιαχνε τον μαγικό μπακλαβά της. Κάνε κλικ εδώ αν θες να μάθεις το μυστικό του μαγικού μπακλαβά της αλλά να ξέρεις, ίδιο, δε θα μπορέσεις να τον κάνεις.

Κανείς μας δηλαδή πια δε θα ξαναφάει αυτόν τον συγκεκριμένο μπακλαβά αλλά αφού τον ματιάζαμε που τον ματιάζαμε κάθε χρόνο τον 15 Αύγουστο, όπου ματιάζαμε βλέπε παραπάνω την ερμηνεία της αδερφής μου, μπορούμε να προσπαθήσουμε να τον πλησιάσουμε.

Μια και βρίσκομαι τώρα νοερώς στην παιδική μου ηλικία στο νησί, να σου πω και ένα έθιμό του; Θα σου πω!

Κάθε φορά που γινόταν κάποια βάπτιση στο νησί, ο νονός είχε ένα σακουλάκι με κέρματα και μετά το Μυστήριο που έβγαιναν όλοι από την εκκλησία, γινόταν το εξής:

Τα παιδιά μαζευόμασταν στην πλατεία και φωνάζαμε ρυθμικά 1-2-3-χις, 1-2-3 -χις. Τότε ο νονός έριχνε τα κέρματα προς το μέρος μας. Τα κέρματα σχημάτιζαν μια τροχιά στον αέρα λαμπυρίζοντας στον ήλιο πριν καταλήξουν κουδουνιστά στην πλακόστρωτη πλατεία του δημαρχείου και της εκκλησίας.

Στη συνέχεια, γινόταν το «έλα να δεις», τρελό τσαλαπάτημα, σκαρπίνια πάνω σε χέρια, λουστρίνια με φιόγκους πάνω σε δάχτυλα, να πατήσουν το κέρμα, να μην το πάρει άλλος, να το κάνουν δικό τους!

Γεμίζαμε τις τσέπες μας με όσα περισσότερα προλάβαινε, μπορούσε ο καθένας και έτσι το μπατζετ του καλοκαιριού, με αυτά και με εκείνα μεγάλωνε! Ήταν κι η εποχή που μετρούσαμε πόσα παγωτά έφαγε ο καθένας και πόσα μπάνια είχε κάνει πρωί – απόγευμα!

Αυτά, τα ολίγα νοσταλγικά!

Α, όχι, θα σου πω και κάτι ακόμα που θυμήθηκα. Όπως σου ανέφερα και προηγουμένως, είχαμε και συκιές στον κήπο μας και κάθε Αυγουστο καταναλώναμε με το κιλό τα σύκα. Ο παππούς τα μάζευε αλλά καμιά φορά μας έπαιρνε μαζί του να βοηθήσουμε για τον ίδιο λόγο που σου είπα και πριν για τα αμύγδαλα.

Όπου βρίσκομαι έφηβη, στο «Αρκάρι», μια παραλία «σα πέρα», λίγο πιο κει, του νησιού, με μεγάλη παρέα. Μερικοί είναι λίγο πιο μεγάλοι, οι περισσότεροι είναι cool κύκνοι, εγώ είμαι ασχημόπαπο με αυτοπεποίθηση στα τάρταρα αλλά είμαι χαρούμενη που βρίσκομαι, έστω κι από σπόντα, εκεί. Ξέρω ότι πρέπει να γυρίσω εγκαίρως σπίτι γιατί πρέπει να πάω στον κήπο, αλλά έχω ξεχαστεί επειδή περνάω όμορφα.

Ξαφνικά, στην άκρη, στην αρχή της παραλίας, στις πετρούκλες, για όσους γνωρίζουν, διακρίνω από πολύ μακριά τη φιγούρα της αδερφής μου. Πετάγομαι σαν ελατήριο, γιατί καταλαβαίνω αμέσως ότι τη στείλανε να μου πει για τα σύκα. Όπου πριν προλάβω να απομακρυνθώ, την ακούω να μου φωνάζει η μικρούλα μου δυνατά – δυνατά για να την ακούσω εγώ στην άλλη άκρη της παραλίας:

«Ευτέεεεερπηηη, η γιαγιααααα είπε να πας για τα σύκααααααααααααααα!»! Την άκουσα κι εγώ, την άκουσαν κι οι υπόλοιποι!

«Άντε Ευτέρπη, σε φωνάζει η γιαγιά σου, γρήγορα σπίτι»! Με κορόιδεψε ένας.

Ήμουν δύσκολη να ντραπώ, καταλαβαίνεις, ήθελα να σκάψω μια τρύπα μέσα βαθιά στην άμμο και να κρυφτώ μέσα!

Αχ, τα γράφω τώρα και χαμογελάω! Ο τότε έφηβος εαυτός μου είχε πεθάνει από ντροπή, η τώρα ενήλικη βερσιόν μου, χαμογελάει και λέει «σιγά τ’ αυγά»!

Πόσες φορές έχω πει μακάρι να μπορούσα να γυρίσω πίσω στο χρόνο με τα μυαλά του τώρα! Γενικά το λέω αυτό, όχι για τα του νησιού. Πιστεύω τη δεύτερη φορά θα ήμουν πολύ κουλ!

Γιατί αν κάτι δεν πειράζει εσένα, κανείς δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει και να σε πειράξει με αυτό.

Αυτό, προσπαθώ να το περάσω και στα παιδιά μου, ειδικά στο γιο μου τον μεγάλο, που σου έχω ξαναπεί ότι πιστεύω ότι είναι καρμπόν μου. «Αν κάτι δε σε ενοχλεί εσένα και είσαι άνετος, τότε ό,τι και να σου πει γι αυτό το κάτι ο οποιοσδήποτε, θα περάσει και δε θα αγγίξει. Θα μπει από το ένα αυτί και θα βγει από το άλλο!

Πάλι από αλλού ξεκίνησα κι αλλού κατέληξα! Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλλα, μια ζωή! Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν…! 🙂

Μοιραστείτε το :