Αγαπητό μου ημερολόγιο,  Σκέφτομαι και γράφω

She drives -me- crazy!

Μοιραστείτε το :

Πόσα χρόνια μπορεί να παραμείνει κάποιος νέος οδηγός; Πολλά, κρίνοντας από τον εαυτό μου! Ίσως και για πάντα! Κατα τ’ άλλα, λένε ότι τίποτα δε κρατάει για πάντα! Αμ δε! Η φοβία μου για την οδήγηση είναι ολοκαίνουρια, του κουτιού, σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Α, όλα κι όλα, την προσέχω σαν τα μάτια μου, που αν θυμηθώ τους ληγμένους φακούς που φοράω, μάλλον λάθος παράδειγμα σου λέω. Ίσως αν έκανα καμιά διαδρομή παραπάνω, αν έτρωγα τα χιλιόμετρα με την κουτάλα της σούπας κι όχι με το κουταλάκι του γλυκού κυδώνι, να αποκτούσα τέλος πάντων εμπειρία και να μη φοβόμουν πια.

Τις προάλλες, άλλη μία μέρα στην «εργασία και χαρά» μου είχε τελειώσει και μπήκα φορτσάτη στο αυτοκίνητο, όχι για να πάω σπίτι μου, αλλά στο μάθημα της δημιουργικής γραφής, που είναι κοντά στο σπίτι μου (μη φανταστείς ότι ξενιτεύτηκα δηλ). Έβαλα μουσική -Μιχάλη Τσαουσόπουλο – what else, που λέει κι ο Τζορτζ ο Κλούνει- στη διαπασών και ξεκίνησα!

Ήμουν λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο στην κοσμάρα μου γιατί είχα γράψει ένα ποίημα που ακόμα έκλωθε στο κεφάλι μου κι ανυπομονούσα να μου πει γνώμη ο Δάσκαλος!

Το μυαλό μου, κλασσικά, γύριζε σε διάφορα ονειροδρόμια, μου έρχονταν διάφορες ιδέες για διηγήματα, κρατούσα νοερά σημειώσεις μέχρι που αφέθηκα εντελώς στη μουσική του ρέιντιο ντι τζέι.

Έκανα που λες μηχανικά τη διαδρομή που γνωρίζω με κλειστά μάτια, τραγουδώντας δυνατά, τους δικούς μου στίχους πάντα στα τραγούδια που άκουγα. Δεν το κάνω επίτηδες, δε θυμάμαι ποτέ τους σωστούς αλλά να σου πω κάτι; Ταιριάζουν πάρα πολύ οι δικοί μου οι λάθος, μη σου πω ότι είναι και καλύτεροι από τους αυθεντικούς-.

Ανά διαστήματα κοίταζα από τους καθρέφτες να δω αν έρχεται κανείς, δεν έβλεπα τίποτα, συνέχιζα χαλαρή και ωραία!

Εν τω μεταξύ, σε κάποια φάση, με προσπερνάει μηχανάκι από δεξιά και απορώ «από πού ήρθε τώρα αυτός» αφού δεν είδα κάτι στον καθρέφτη πριν, αλλά ok, δεν το ζαλίζω, έτυχε, συνεχίζω τη διαδρομή.

Με προσπερνάει άλλο ένα, ξανααπορώ, δίοτι δεν μπορεί πάλι να έτυχε, μάλλον πέτυχε, ώσπου μου έρχεται ξαφνικά η επιφοίτηση του Αγίου πνεύματος: ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ Ο ΔΕΞΙΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ!
Όταν είχα παρκάρει, για να πάω το πρωί στο γραφείο, τον είχα κλείσει για να μη μου τον «φάνε». Όταν ξεπάρκαρα, επειδή δε συνηθίζω να κλείνω καθρέφτες, δεν κοίταξα. Κι έτσι, παραλίγο να «φάω» εγώ κάναν άνθρωπο, μηχανόβιο ή όχι.

Δε γινόταν να συνεχίσω έτσι, με κλειστό καθρέφτη μέχρι να φτάσω στο μάθημα. Έπρεπε να τον ανοίξω. Ε, οκ, σκέφτομαι θα βγάλω τη ζώνη και θα τεντωθώ προς το παράθυρο του συνοδηγού, θα απλώσω το χέρι του τιραμόλα και θα τον σπρώξω.

Πατάω το κουμπί να ανοίξει το παραθύρι. Έχει φρακάρει, δεν ανοίγει. Ένας μίνις πανικούλης κάνει την εμφάνισή του. Συνεχίζω να οδηγώ αλλά κάθε μέτρο που διανύω ο πανικούλης παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Τελικά, σταμάτησα όπως όπως με αλάρμ, κατέβηκα, έκανα το γύρο του αυτοκινήτου, χαμογέλασα απολογητικά με το πιο γοητευτικό μου χαμόγελο στον από πίσω που καθυστερούσα -ευτυχώς φορούσα και το κραγιόν που τόσο μου πηγαίνει- κι έτσι γλίτωσα τη μανούρα- κόρνα – φασαρία.

Ξανακάθησα ανακουφισμένη στο κάθισμα του οδηγού. Τα κατάφερα, ορίστε, σιγά την πυρηνική φυσική, όλα υπό έλεγχο, πωπωπω την καταστροφή φέρνω κάθε φορά. Η ταχυκαρδία μου αρχίζει να ρίχνει στροφές.

Το ξεπερνώ σχετικά γρήγορα, με παρασέρνει ο Μιχάλης και χορεύω κάποιο κομμάτι. Κάποια στιγμή βάζει ένα από τα αγαπημένα μου, το «say my name του David Guetta, όπου δίνω ρέστα τραγουδώντας και χορεύοντας καθιστή!

Όπως χτυπιέμαι στο ρυθμό της μουσικής, σε ένα τίναγμα του μαλλιού μου προς τα δεξιά, ωωωωπ μου κόβεται η κίνηση στη μέση. Δύο αστυνομικοί – τροχαία – ένστολοι τέλος πάντων, δε με αφήνουν να στρίψω δεξιά στην πλατεία γιατί ένας υποψήφιος δήμαρχος έχει ομιλία.

Εν τω μεταξύ, δε βλέπω καθόλου κόσμο κι εν τω μεταξύ νούμερο δύο, δεν ξέρω τους δρόμους. Πώς είναι το καλό παλικάρι που ξέρει κι άλλο μονοπάτι; Καμία σχέση. Ξέρω και μπορώ να οδηγήσω τέσσερις συγκεκριμένες διαδρομές. Όχι πέντε, όχι παραλλαγές, όχι σαρπράιζις.

Και σου έχω πει πολλάκις και πλειστάκις ότι το τζι πι ες του κινητού μου δεν ξέρω τι ζόρι τραβάει, δε μου δίνει ποτέ σωστές οδηγίες, βλέπε εδώ κι εδώ. «Αχ, κύριε αξιωματικέ της ασφάλειας, άσε με να περάσω, σε παρακαλωωωωωωω, σε παρακαλωωω», του λέω με το απεγνωσμένο βλέμμα μου.

Έχω πάρει τη μορφή από την «Κραυγή», τον διάσημο πίνακα του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρτ Μουνκ -σε ψάρωσα λίγο τώρα, ε;- αλλά οι αστυνομικοί δε συγκινούνται, καμία ενσυναίσθηση. Μην έχοντας άλλη επιλογή, πάω προς την κατεύθυνση  που μου δείχνει το όργανο της τάξης.

Περνάω δρομάκια, στενάκια, κάποια δε στρίβουν, κάποια παραείναι στενά και κάποιοι έχουν παρκάρει αδιαφορώντας αν κάποιος χωράει ή όχι να περάσει, απομακρύνομαι εντελώς από τον προορισμό μου.

Κάαααααποια στιγμή, φτάνω σε γνώριμα μέρη, εκεί που είναι το σχολείο της μικρής μου, όπου και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Επιτέλους, προσανατολίζομαι, γιατί για κανά τέταρτο η πυξίδα μου κι εγώ, ολόκληρο το 1.60, ήμασταν completely out of order.

Τον βρήκα που λες το δρόμο μου και στο μάθημα έφτασα και το ποίημα μου είπα και τους άρεσε και τέλος καλό, όλα καλά, όλα ανθηρά!

Εντάξει μωρέ, απλώς πρέπει να το πάρω απόφαση ότι θα έχω το Ν στο πίσω τζάμι μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Πάρε κι ένα τραγουδάκι που μου ‘χει κολλήσει σήμερα και τραγουδώ όλη μέρα και γι’ αυτό το βαλα και τίτλο!

Μοιραστείτε το :