Ταξίδι για δύο στη Μάλτα, το νησί των Ιπποτών (Μέρος Β)

Μάλτα
Μοιραστείτε το :
Mdina
Mdina

Πρώην πρωτεύουσα της Μάλτας, είναι η πόλη που μας είπε πολλάκις ο οδηγός που μας πήγε από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο, ότι γυρίστηκε ο πρώτος κύκλος του Game of Thrones.

Mdina 

Mdina

Μου άρεσε πάρα πολύ. Κι εδώ πολλά σοκάκια, στενά στενάκια και κάτι μυστικιστικό να πλανάται στον αέρα. Επίσης, είχε πολλή ησυχία, δικαίως τη λένε «σιωπηλή πόλη». Εξερευνήσαμε κάθε σπιθαμή της, ανακαλύψαμε ομορφιές κρυμμένες, ωραία καφέ – εστιατόρια, μπήκαμε και στην εκκλησία του Saint Paul, που μου έκανε τρελό κλικ. Περισσότερο και από τον καθεδρικό του Αγ. Ιωάννη στη Valetta.

Καθίσαμε για μπίρα Cisk (η δικιά τους μπίρα που μας άρεσε πολύ και την τιμήσαμε όλες τις μέρες μας εκεί) και γλυκό σε ένα πολύ όμορφο μέρος με υπέροχη θέα.

Στη συνέχεια, κι αφού είχαμε αρχίσει να σερνόμαστε από την κούραση στο ταξίδι που κάναμε για να ξεκουραστούμε, πήραμε το λεωφορείο κι επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Ξαναπήγαμε στο μπιστρό που δεν είχαμε πετύχει ανοιχτό τη πρώτη μέρα, το TaBertu, το οποίο ήταν…μάντεψε; Κλειστό. Πήγαμε περπατώντας σε ένα άλλο που μας πρότεινε η φίλη μας η Γκουγκλ, με επίσης πολλά αστέρια και ήταν κι αυτό…κλειστό! Δε μας ήθελε! Οι επιλογές περιορισμένες, εκεί που μέναμε δεν είχε πολλά εστιατόρια και σίγουρα δε θέλαμε να φάμε στο ξενοδοχείο μας.

Νηστικοί δε μείναμε, κάπου φάγαμε, μη σε αφήσω σε αγωνία, αλλά εν τω μεταξύ, τα ποδαράκια μας γράψανε χιλιόμετρα!

Αν και πτώματα, περάσαμε ένα γρήγορο από την ιρλανδική pub που βρισκόταν μέσα στο ξενοδοχείο, κι είχε βραδιά καραόκε. Ο άντρας μου έχει φανταστική φωνή, αλλά δεν ήθελε να πάρει μέρος στο διαγωνισμό. Ίσως και καλύτερα, γιατί πολλοί μεθυσμένοι Άγγλοι που κάναν τα κλασσικά αγγλικά τους και καλό ήταν να μην έχουμε πολλά – πολλά. Τα ήπιαμε τα ποτάκια μας, γελάσαμε με τις μεζούρες στη δοσολογία του ποτού και πήγαμε στο δωμάτιο μας!

 Την επόμενη μέρα το πρόγραμμα είχε Popey Village!

Popey Village

Καλά, εκεί κι αν περάσαμε τέλεια! Πόσο γελάσαμε, πόσο διασκεδάσαμε. Το χωριό αυτό ήταν ένα μεγάλο σκηνικό που είχε στηθεί τη δεκαετία του ’80 για τις ανάγκες γυρισμάτων της ταινίας “Popeye”, με τον Robin Williams στον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία ήταν εμπορική αποτυχία, αλλά ο Robin ξεχώρισε και μετά είχε την καριέρα που όλοι γνωρίζουμε.

Με το που φτάσαμε, συναντήσαμε κάτι απίθανους τύπους που κάναν τον Ποπάυ, την Όλιβ και τον Μπρούτο. Ο κύριος ειδικά, που έκανε τον Ποπάυ είχε πολύ χιούμορ!

Και τ’ αστεία του ήταν πολύ…αστεία, αλλά και τα άλλα που σχολίαζε, που τα έλεγε σοβαρά, εμένα μου φαινόντουσαν αστεία. Μάζεψε κάποιους από εμάς και μας πρότεινε να γυρίσουμε τη δική μας ταινία «Popeye». Θα κάναμε 25 λεπτά γύρισμα και θα παίρναμε μαζί μας ένα DvD με ό,τι  έβγαινε από αυτό.

Στην αρχή ήμασταν λίγο διστακτικοί. Εγώ δεν ήξερα τι αγγλικά θα χρειάζονταν, μήπως δεν καταλάβαινα τους συμπρωταγωνιστές μου, μήπως γινόμουν ρεζίλι, μήπως ήταν λίγο βαρετό,   μήπως αντί να γυρίσω ταινία, να πάω για κολύμπι στη θάλασσα από κάτω που μου θύμιζε τη Σκιάθο. Μετά σκέφτηκα ότι κολύμπι κάνω και στην Ελλάδα, ταινία με τον Ποπάυ στο χωριό του Ποπάυ, δεν κάνω στην Ελλάδα κι έτσι επέλεξα το δεύτερο.

Μας βάλανε να φορέσουμε κάποια αξεσουάρ, ρούχα και τα σχετικά. Το στόρι έπρεπε να ‘χει καλούς και κακούς κι έναν Ποπάυ, που θα έσωζε τους πρώτους από τους δεύτερους. Για να μην τσακωνόμαστε ποιος θα κάνει τον καλό και ποιος τον κακό, οι γυναίκες γίναμε όλες καλές κι οι άντρες κάναν τους κακούς. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως το ανάποδο να είχε πιο πολύ πλάκα, αλλά ok, ίσως μια επόμενη φορά!

Έπεσε, ΤΟ γέλιο. Ο τύπος που θα έκανε τον Ποπάυ, ένας λεπτεπίλεπτος ξανθούλης, παρόλες τις σκηνοθετικές οδηγίες που του έλεγαν να είναι macho, δεν το είχε με τίποτα, οπότε ο σκηνοθέτης παράτησε την προσπάθεια, βαρούσε κι ο ήλιος στα κεφάλια μας, κι είπε «it’s ok, our Popey is lounge».

Στη σκηνή που κάνει την πρώτη του εμφάνιση, οι γυναίκες έπρεπε να ενθουσιαστούμε και να παρατήσουμε ό,τι κάναμε ως εκείνη τη στιγμή -εγώ πχ. μαζί με μια τύπισσα από την Αυστρία πλέναμε κάτι ρούχα στη σκάφη- και να τρέξουμε με φόρα προς το μέρος του.

Εγώ παραπήρα φόρα κι εκτός από φόρα, πήρα σβάρνα και τον πάγκο με τα ψάρια δίπλα μου. Τα γκρέμισα όλα, τα ψάρια εκσφενδονίστηκαν στον αέρα, κάτι άλλα συνοδευτικά δίπλα τους βρέθηκαν στην άλλη άκρη του σκηνικού και τέτοια.

«Οups, Im sorry, I was really excited to see Popay”, είπα εγώ και κα κα κα, τα γέλια.

Τα ψάρια δεν ήταν τα μόνα που εξφενδονίστηκαν σε εκείνο το γύρισμα. Εκεί που «κοπανούσαμε» τον «κακό», όπως ανεβοκατέβαζα τα χέρια μου, και καλά χτυπώντας τον, εξφενδονίστηκε το βραχιόλι μου και βρέθηκε σχεδόν στο κεφάλι του σκηνοθέτη.

Hey, Greece, calm down!”, μου λέει ο σκηνοθέτης, γελώντας!

Όλοι γελάσαμε πάρα πολύ και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και μετά. Την έχω δει την ταινία μπορεί και δέκα φορές και κάθε φορά γελάω! Την πρωτοαπολαύσαμε όλοι μαζί στο σινεμαδάκι που διαθέτει το «χωριό» στο επιτόπιο, όταν ολοκληρώθηκε. Ο χώρος είχε και κανονικό σινεμά που έπαιζε την αυθεντική ταινία με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς. Γενικά, πολύ οργανωμένο σκηνικό – χωριό, άνετα περνούσες ένα πεντάωρο εκεί, είχε πολλά να κάνεις. Και πολύ ωραία θάλασσα!

 

Κάποια στιγμή πεινάσαμε, φάγαμε και μια πίτσα με τυρί και…φασολάδα, κολοκύθια, μελιτζάνες και λουκάνικα (μη με ρωτήσεις γιατί παραγγείλαμε τέτοια πίτσα, δεν ξέρω να σου απαντήσω), πήγαμε και μια βαρκάδα εξπρές, πήραμε και από το μαγαζί με τα σουβενίρ μια μπλούζα Ποπάυ για το φουντούκι και μια μπλούζα Όλιβ για το καραμελάκι κι αφού μας «βάρεσε» ο ήλιος για τα καλά στο κεφάλι, πήραμε το δρόμο επιστροφής προς την ξενοδοχειάρα μας.

Το βράδυ, βγήκαμε στο τουριστικό θέρετρο St. Julians, που έμοιαζε πολύ με Ελλάδα. Θαλασσίτσα, βαρκούλες, μαγαζιά, νυχτερινή ζωή, καφέ, pubs, πάρα πολλά εστιατόρια, και μια ελληνική ταβέρνα ανάμεσά τους.

 

Βγάλαμε φωτό στο statue of love με τα λουκέτα, ήπιαμε μπίρα στην ιρλανδική παμπ Dubliner που μας σύστησε ο κύριος στο μαγαζί με τα σουβενίρ κι ο νουαζετοσύζυγος έφαγε εκεί, για πρώτη φορά στη ζωή του, fish and chips. Πολύ νόστιμα (δεν πεινούσα αλλά τσίμπησα από το πιάτο του, εννοείται!).

 

Κάναμε βόλτα παραθαλάσσια και καθίσαμε για φαγητό στο βραβευμένο εστιατόριο μαλτέζικης κουζίνας για το 2017, το «gululu», που ήταν κολλητά με την ελληνική ταβέρνα και φάγαμε κάτι χταπόδια μαλτέζικα μαγειρεμένα, ακούγοντας Νταλάρα. Δεν ήταν στη γεύση μου, σε κάποιον άλλο μπορεί και να άρεσαν, δεν ξέρω, πήραμε και κάτι τονοκεφτέδες, τεσπά, δεν ξετρελάθηκα και ήταν και ακριβούτσικο…

Με αυτά και με κείνα πέρασε η ώρα κι αν και μας είπε ο σερβιτόρος, που θα έρθει διακοπές το καλοκαίρι στη Μύκονο, ότι περνάει λεωφορείο κάθε μία ώρα, εμείς λεωφορείο δεν είδαμε και τελικά, πήραμε ένα ταξί για το ξενοδοχείο μας.

Το επόμενο πρωί και τελευταία μέρα, σκεφτόμασταν αν θα πάμε για μπάνιο σε κάποια παραλία ή τι θα κάνουμε, που να μη μας κουράσει και γυρίσουμε στην Ελλάδα κουρασμένοι. Τελικά τη βγάλαμε στη Valetta, ψωνίζοντας σουβενίρ, ανακαλύπτοντας χρωματιστά σοκάκια που δεν είχαμε δει την πρώτη μέρα και τρώγοντας παγωτό.

Velletta

Ο ήλιος έκαιγε και γυρίσαμε στη δροσιά του ξενοδοχείου, μέχρι να έρθει η ώρα να πάμε αεροδρόμιο. Κάποια στιγμή, εκεί που είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε για το αν θα προλάβουμε την πτήση, ήρθε ο οδηγός που θα μας πήγαινε αεροδρόμιο.

Κάπως περίεργος, αλλά ευγενικός, μας ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη για την αργοπορία του και μας «πέταξε», σχεδόν κυριολεκτικά, ως το αεροδρόμιο. Τέλος καλό, όλα καλά, αλλά με την ταχύτητα που έπαιρνε τις στροφές, και γω δε φορούσα ζώνη γιατί ήταν ξεχαρβαλωμένη, οι βαλίτσες πίσως κοπανούσαν η μία την άλλη, κι ο ίδιος ο οδηγός κοπανούσε με το χέρι το κεφάλι του, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ένα αγχουλάκι το ένιωσα.

Πάντως φτάσαμε σώοι και αβλαβείς και μετά από μια άλφα καθυστέρηση της πτήσης, επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο και πήραμε το δρόμο για τα πάτρια εδάφη!

End of travel -story! Μέχρι το επόμενο ταξίδι μας, αυτή τη φορά με το φουντούκι και την καραμέλα, εις το επανειδίν!

Μερικές ακόμη πληροφορίες – τουρλού για τη Μάλτα:

  • Η γλώσσα τους είναι η αγγλική, (όλες οι πινακίδες και τα ονόματα μαγαζιών είναι στα αγγλικά) και τα μαλτέζικα, τα οποία μοιάζουν με τα αραβικά.
  • Φαγητό: σαφής επιρροή από την ιταλική κουζίνα, με τρία κυρίως παραδοσιακά πιάτα: λαγό με μακαρονάδα, παστίτσι, που είναι σφολιάτα με ρικότα, τυρόπιτα δηλ, και ψάρι λαμπούκα.
  • Οδηγούν σαν τρελοί, πραγματικά. Θα ακούσεις πολλές φορές απότομα φρεναρίσματα, χρειάζεται προσοχή όταν διασχίζεις τους δρόμους κι αν οδηγείς ακόμη μεγαλύτερη προσοχή. Αν έχεις πάει Ιταλία και νομίζεις ότι οι Ιταλοί τρέχουν, σκέψου το, εις το τετράγωνο. Το ίδιο ισχύει και για τους Μαλτέζους οδηγούς λεωφορείων και ταξί.
  • Το εισιτήριο του λεωφορείου κοστίζει 2 ευρώ το άτομο και το βγάζεις μπροστά στον οδηγό. Ακούς απο μεγάφωνο τις στάσεις και τις βλέπεις γραπτώς κιόλας.
  • Το ταξί που χρησιμοποιήσαμε ένα βράδυ που πέρασε η ώρα και δεν ερχόταν λεωφορείο, δεν είχε ταξίμετρο και μας είπε 20 ευρώ ταρίφα.
  • Το καλοκαίρι έχει πάρα πολύ ζέστη. Σε συνδυασμό με την υγρασία, δυσκολεύει λίγο τον τουρισμό, αλλά καλή διάθεση να υπάρχει, καπέλο, αντιηλιακό και νερό στο χέρι και όλα μια χαρά.
  • Δεν είδαμε ούτε ένα ζητιάνο / άστεγο.
  • Οι Έλληνες δε θα εντυπωσιαστούμε ούτε με τα παραθαλάσσια μέρη της, ούτε με τις παραλίες και να σου πω και κάτι, ούτε με τα τείχη – φρούρια κλπ. Έχουμε τη Ρόδο και από παραλίες και θάλασσες, αμέτρητες να επιλέξουμε. Κάποιοι βόρειοι λαοί κλπ, ναι, θα ξετρελαθούν.
  • Οι πρίζες τους είναι διαφορετικές από τις δικές μας, είναι τύπου αγγλικές και πρέπει να έχεις μαζί σου (ή να αγοράσεις από σούπερ μάρκετ εκει, όπως κάναμε εμείς), αντάπτορα για να φορτίζεις το κινητό σου κλπ.

Δείτε εδώ το πρώτο μέρος

Μοιραστείτε το :

1 σκέψη για το “Ταξίδι για δύο στη Μάλτα, το νησί των Ιπποτών (Μέρος Β)”

  1. Pingback: Ταξίδι για δύο στη Μάλτα, το νησί των Ιπποτών (μέρος Α) -

Αφήστε μια απάντηση