Αγαπητό μου ημερολόγιο

Θέλω απλώς τη μαμά μου

Μοιραστείτε το :

Ναι, τι; (νετι που λέει κι η νεολαία!) Επειδή είμαι μεγάλη ή επειδή είμαι κι εγώ μαμά;

Κι οι μαμάδες έχουμε ανάγκη τη μαμά μας, αυτό κατάλαβα το προηγούμενο διάστημα. Η ηλικία δε, δεν παίζει κανένα ρόλο σε αυτό.

Ήταν ένα πολύ μεγάλο διάστημα που ένιωθα ότι είμαι άρρωστη. Είχα τρομερές ζαλάδες, δυνατούς, πολύ δυνατούς, πονοκεφάλους, η όραση μου θόλωνε, τα μάτια τσούζανε, ταχυκαρδία, η κοιλιά μου πονούσε, τα πόδια μου πονούσαν, όλα πονούσαν.

Πέρα από τα παραπάνω, ένα πολύ ισχυρό αίσθημα κόπωσης και μια αίσθηση ότι τώρα θα σωριαστώ κάτω, μου είχαν κάνει αρμένικη βίζιτα και δε λέγανε να εξαφανιστούν.

Πίστεψα λοιπόν ότι όντως κάτι έχω, δεν είναι δυνατόν να καταρρέω έτσι χωρίς λόγο κι αιτία κι άρχισα ένα τουρ γιατρών, όλων των ειδικοτήτων, να ανακαλύψω τι είναι αυτό που με παιδεύει.

Εξετάσεις, τσιμπήματα και δώσε αίμα, πάρε χρήμα και τι έχω ρε παιδί μου, φτιάχνεται, θα πεθάνω; Τι παίζει.

Και φυσικά όλα αυτά μετά συνοδείας ευχάριστων, ανεβαστικών και πάνω απ’ όλα θετικών σκέψεων, του στιλ, «πάει, τα παιδιά μου χάνουν τη μαμά τους, τι θα απογίνουν, η ιστορία επαναλαμβάνεται» και τέτοια ωραία.

Οι εξετάσεις μου ήταν καλές ή σχετικά καλές – οκ, κάτι βρήκαμε αλλά α) δεν πεθαίνεις από αυτό και β) δεν εξηγούσαν τα συμπτώματά μου.

Οπότε, αφού συνέχισα να μη νιώθω καλά, συνέχισα τις γιατροεπισκέψεις σε πιο χαλαρές ειδικότητες, βλέπε οφθαλμίατρο, μήπως έχει ανέβει καμιά μυωπία και τσάμπα φέρνω την καταστροφή.

Όπου παρεμπιπτόντως να σου πω ότι δε θέλω να πηγαίνω οφθαλμίατρο, διότι αγχώνομαι όταν μου φοράει τα γυαλιά, ξέρεις, αυτά τα ειδικά, και με ρωτάει μπαινοβγάζοντας τους φακούς σε αυτά, πότε βλέπω πιο καθαρά. Κάθε φορά προς το τέλος της εξέτασης, δεν ξέρω τι να απαντήσω και νιώθω ότι τον εκνευρίζω!

Και δώστου «τώρα βλέπεις καλυτέρα ή προηγουμένως», δώστου να μου φαίνεται ίδιο και το «τώρα» και το «προηγουμένως», δώστου «τώρα ή τώρα» να επιμένει εκείνος μπαινοβγάζοντας τους βαθμούς, δώστου να μην ξέρω ποια είναι η σωστή απάντηση και τελικά να διαλέγω μία οριακά στην τύχη, όπως έκανα κάποτε στα μαθηματικά, στα μάλτιπλ τσόισις.

Μην τα πολυλογώ, κι εκεί μια μικρή επιπεφυκίτιδα βρήκαμε, περδίκι το μάτι κατά τ’ άλλα.

Ώσπου, ήρθε η μαμά μου να μείνει στο σπίτι μας για λίγες μέρες και… ταρα τα τααααν, ως δια μαγείας, όλα πέρασαν.

Το εννοώ.

Έφυγαν οι ζαλάδες, το λιποθυμώ και το κάτα κάτα κάταρέω κι άλλο πλέον δεν μπορώ, αλά Παπακωνσταντίνου.

Να ναι γιατί έβρισκα έτοιμο φαγητό; Το σπίτι μου σουλουπωμένο; Τα πιάτα πλυμένα; Τα ρούχα μου απλωμένα και μαζεμένα; Τα δυο μου παιδιά, που μέχρι κι εγώ πελαγώνω καμιά φορά πώς να παίξω μαζί τους που έχουν διαφορά ηλικίας και ενδιαφερόντων αλλά ολόιδια ζωηράδα, ταισμένα και πλυμένα και απασχολημένα με παιχνίδια που τους έκανε;

Να ναι που έμπαινα σπίτι και προλάβαινα να φάω με την ησυχία μου δυο μπουκιές (ok, παραπάνω ήταν, το παραδέχομαι) και δε χρειαζόταν να κάνω καμία δουλειά πλην του να παίξω με το πάσο μου με τα παιδιά και με ηρεμία να τα βάλω για ύπνο; Να ναι που βρήκα χρόνο και για μένα;

Κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζεμένα.

Χαλάρωσα. Με έπαιρνε ο ύπνος το βράδυ στο κρεβάτι του γιου μου που τους διαβάζω τα παραμύθια κι έπεφτα σε λήθαργο. Ξέρεις, αυτό που κοιμάσαι και όταν ανοίγεις μάτι δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι, τι μέρα είναι, γιατί η μαμά σου είναι εκεί και σε ξυπνάει, πώς βρέθηκε νυχτιάτικα στο δωμάτιο των παιδιών σου και τέτοια.

Το γεγονός ήταν ότι σταμάτησα να φτάνω σπίτι από το γραφείο με τα χίλια ζόρια, μπουσουλώντας σχεδόν από την κούραση και εξαφανίστηκε αυτό το αίσθημα ότι «νάτο έρχεται, τώρα θα σωριαστώ».

Συμπερασματικά, μπορεί να αρρωστήσει ένας άνθρωπος μόνο από την κούραση. Αν αυτή είναι συσσωρευτική και αν σε αυτήν προσθέσεις κακό ύπνο τριών σχεδόν χρόνων, γίνεται και παραγίνεται. Επίσης, αν έχεις πειστεί ότι όντως κάτι έχεις, βγάζεις ψυχοσωματικά.

Ένιωσα ότι έκανα διακοπές αυτές τις λίγες μέρες, ήρθα στα ίσα μου, που λένε.

Αν καθόταν και λίγο ακόμα να βγω κι ένα βράδυ με τον άντρα μου που έχουμε να βγούμε μαζί…δε θυμάμαι από πότε.

Σοβαρά, αδυνατώ να θυμηθώ. Πότε να ήταν;

Μαμά, λαμβάνεις;

……………………………………………………………………………………………………………………………….

Μέχρι να δημοσιεύσω το παρόν κείμενο, το μήνυμα ελήφθη κι ήρθε όντως ξανά και ταρα τααααταν, βγήκαμε με το φουντουκοπατέρα ραντεβού!

Κανονικά τώρα θα έπρεπε να ξεκινήσω ένα καινούριο άρθρο αντί να συνεχίζω να γράφω εδώ και να μοιάζει αυτό το κείμενο «Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», αλλά οκ, αφενός, my blog, my rules, τουτέστιν no rules, όλα χυμαδιό, αφετέρου, να μη σας κάνω update?

Ντύθηκα, στολίστηκα, έβαλα κάτι εντυπωσιακά κατακίτρινα σκουλαρίκια και κατακόκκινο κραγιόν και  και και ΤΑΚΟΥΝΙΑ! Είχα ξεχάσει πώς περπατάμε με τακούνια αλλά οκ είχα ένα μπράτσο να στηριχτώ η σανδαλοολσταροφορούσα.

Και τώρα; Προς τα πού να κινηθούμε;

Δεν ξέραμε τι να πρωτοκάνουμε, το ζεύγος Κωσταλέξη τόσο καιρό που έχουμε να βγούμε μαζί. Όχι ότι χώρια έχουμε τρελαθεί στις εξόδους αλλά στο σκέτο κάτι γίνεται, βλέπε πικνικ εδώ, στο τουγκέδερ υπάρχει το θέμα. Τουγκέδερ που να μην περιλαμβάνει «παιδόποτο» ή παιδικό πάρτι, εννοώ, έτσι; Να συνεννοούμαστε!

Μήπως να πάμε προς θάλασσα; Όχι, όχι είναι μακριά θα χάσουμε χρόνο στα σουρταφέρτα.

Μήπως να μείνουμε στην περιοχή μας να προλάβουμε να κάνουμε περισσότερα πράγματα; Ναι, αλλά να κάνουμε και κάτι ξεχωριστό, ποιος ξέρει πότε θα ξαναβγούμε.

Να πάμε για κοκτέιλς; Ήπιαμε τις προάλλες κάτι ποτάκια στον παιδότοπο, όσο τα παιδιά μας κάνανε «μπόινγκ μπόινγκ». (Αυτό στη φωτό παραπάνω δεν είναι κοακόλα. This aint jim beam either!Ρούμι κόλα είναι!)

Να πάμε για χορό; Δε θα ξυπνάμε το πρωί.

Να πάμε μπουζούκια; Δεν είμαστε φαν.( Σαααακηηηηηηηη, μην ακούς!)

Να πάμε για φαγητό; Δεν έχουμε όρια στις μπουκιές και στις βούτες και δε θα χωράμε στα μαγιό μας.

Τι να κάνουμε οέο; Περνούσε κι η ώρα κι αρχίσαμε να αγχωνόμαστε ότι δε θα προλάβουμε να κάνουμε τίποτα!

Τελικά, μη σας κρατώ σε αγωνία, καταφέραμε να στριμώξουμε σε μία και μόνο έξοδο, μπίρα και ψιψιψίνια, σινεμά και ποπκόρνια, ποτό και φαγητό (χωρίς επιδόρπιο, εντάξει; Μεγάλη θυσία, στον πόλεμο των θερμίδων, να τα λέμε κι αυτά)!

Από το ένα μέρος βγαίναμε, στο άλλο μπαίναμε!

Σινεμά, επειδή αναρωτιέσαι, σε βλέπω, είδαμε τη Γαλλική κωμωδία, το «Θεέ μου τι σου κάναμε 2». Όπως φαντάζεσαι υπήρχε και νούμερο ένα, το οποίο είχαμε δει πέρυσι πρόπερσι, πότε είχε κυκλοφορήσει στους σινεμάδες, κι είχαμε γελάσει πάρα πολύ! Ξέραμε ότι δε θα δούμε κάποιο αριστούργημα αλλά θέλαμε κάτι ανάλαφρο και διασκεδαστικό κι αυτή η ταινία ήταν και τα δύο!

Ήμασταν και μόνοι μας στο σινεμά -λογικό, τέτοιες μέρες ή είσαι διακοπές ή αν δεν είσαι δεν πας να δεις γαλλική κωμωδία σε κλειστή αίθουσα  (κάνω αποχή από τα κουνούπια, η γλυκοαίματη, εξού και δεν πήγαμε σε θερινό)- κι είχαμε απλωθεί σαν χταπόδια, πόδια εδώ, χέρια εκεί. Ούτε στον καναπέ μας έτσι!

Μήπως τα της ταινίας να τα κάνω ξεχωριστό άρθρο; Ολόκληρη στήλη με ταινίες, έχω αφού. Ναι, ναι, δε θα τα κάνω όλα αχταρμά, θα βάλω μια τελεία σε αυτό το κείμενο και θα ανοίξω καινούριο στην παραδίπλα γειτονιά.

Πάντως, η έξοδος ήταν κάτι που χρειαζόμασταν. Θέλει δουλειά και προσπάθεια και βοήθεια για να παραμείνει ένα ζεύγος και γκόμενοι εκτός από γονείς.

Μαμά, περιμένω να ξανάρθεις για να ισιώσω εντελώς. Ακόμα τσαλακωμένη είμαι αλλά με λιγότερες ζάρες. Σ’ αγαπώ.

Μοιραστείτε το :