Να σου πω μια ιστορία;

Η Ροκ και Ροκοκό κούνια του Φραγκονάρ με ολίγη από Μπονάτσο

Μοιραστείτε το :

«Ναι, είναι κανείς εδώ; Θέλω να παραγγείλω έναν πίνακα». Η φωνή αντήχησε μέσα στο εργαστήρι δυνατή και στεντόρεια.

«Παρακαλώ κύριε, πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω;», εμφανίστηκε ο καλλιτέχνης από το μέσα δωμάτιο, κρατώντας ένα πινέλο που έσταζε.

Στην πόρτα του στεκόταν ένας καλοντυμένος κύριος, που έδειχνε να τη γλεντάει τη ζωή. Το φώναζε όλο του το “είναι”, από το ντύσιμο και το ρολόι τσέπης μέχρι τη μυρωδιά από το ακριβό γαλλικό άφτερ σέιβ!

«Ψάχνω τον Ζακ Λουί Δαβίντ»

«Στέκεται μπροστά σας»

«Το λοιπόν, αγαπητέ μου καλλιτέχνη» είπε ο βαρόνος, χαϊδεύοντας αφηρημένα το μπαστουνάκι του, «θα ήθελα να μου φιλοτεχνήσετε έναν πίνακα… κάπως ιδιαίτερο»

«Ιδιαίτερο, λέγοντας;» ρώτησε ο ζωγράφος σηκώνοντας τα φρύδια του κι ακουμπώντας το πινέλο του σε ένα πρόχειρο δοχείο.

«Να είναι τολμηρός, να ‘χει ζωή, αν με πιάνετε… να είναι κάπως πικάντικος, ας τον πούμε έτσι!

Θέλω να ζωγραφίσετε το κορίτσι μου, που είναι ζωγραφιά από μόνη της, να λικνίζεται σε μια αυτοσχέδια κούνια, που έχω φτιάξει στον κήπο μου.

Θέλω να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα πόδια της. Είναι… ας πούμε… το πιο εμπνευσμένο σημείο του έργου» πρόσθεσε κλείνοντάς του το μάτι.

«Και θέλω να είμαι κι εγώ στον πίνακα, τοποθετημένος μπροστά, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να θαυμάζω τα πόδια αυτού του θείου πλάσματος», συνέχισε την περιγραφή. Ήξερε ακριβως τι ήθελε.

«Επίσης, την κούνια θα την σπρώχνει ένας άλλος κύριος, μεγαλύτερης ηλικίας, έτσι το έχω στο κεφάλι μου. Αν θέλετε μπορείτε να είστε εσείς αυτός, γνωρίζω ότι πολλοί ζωγράφοι βάζουν τον εαυτό τους στους πίνακες που δημιουργούν».

«Πολύ φοβάμαι ότι πρέπει να αρνηθώ» μίλησε εν τέλει και ο ζωγράφος.

«Και γιατί, αυτό;»

«Γιατί αυτό δεν είναι πίνακας, είναι η φαντασίωση της Αναστασίας με τον Χατζησάββα και τον γιο του τον Κούρκουλο.

Στο όνομά σου Αναστασία, κρεμασμένα λες χίλια τάματα, σαν πανάρχαιο φως, μες τη νύχτα με τα κλάματα!

«Αρνείστε δηλαδή; Ακόμα και αν σας πω ότι είμαι ο βαρόνος ντε Σεν Ζυλιέν;»

«Εκαστος στο είδος του και ο Λουμίδης στους καφέδες. Εσείς ψάχνετε τον Μπονάτσο της ζωγραφικής».

«Και ποιος είναι αυτός;».

«Ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ, φυσικά. Θα τον βρείτε στο επόμενο στενό. Είναι ηδονιστής, απολαμβάνει τις χαρές της ζωής, χωρίς όρια. Φίλος της Μαρίας Αντουανέτας, λάτρης των παιχνιδιών και των δαντελών».

«Δηλαδή, θα μου τον κάνει ωραίο τον πίνακα;»

«Έχει εκπληκτική δεξιοτεχνία κι έμφυτο τον ηδονισμό και έχει κερδίσει τους πάντες και στα σαλόνια και τα αλώνια»

«Ε, τότε αυτόν θέλω» είπε και έφυγε να τον βρει μη χάνοντας άλλο τον χρόνο του.

«Εδώ είναι του ζωγράφου Φραγκονάρ;» ρώτησε μπαίνοντας στο εργαστήρι του.

Το κρεμασμένο στον τοίχο πτυχίο και το βραβείο που είχε κερδίσει το 1752 καθώς και μια βασιλική υποτροφία για σπουδές στη Γαλλική Ακαδημία στη Ρώμη, έδωσαν την απάντηση.

Ο Φραγκονάρ σε αντίθεση με τον σοβαρό ζωγράφο που ζωγράφιζε μόνο νεκρά φύση, ενθουσιάστηκε με την παραγγελία.

«Πάααααρα πολύ ωραίοoooooo!» «Φοβερόοοο!» «Τρομερόοοο!»

«Πάααααρα πολύ ωραίοoooooo!», αναφωνούσε ενθουσιασμένος με τη βραχνή φωνή του.

Όταν είδε την κοπέλα, ενθουσιάστηκε ακόμα περισσοτερο. Ήταν σκέτο ζαχαρωτό, πειρασμός, σεισμός, θα τη ζωγράφιζε και τσάμπα, πόσο μάλλον τώρα που θα τον πλήρωναν!

Θα ονόμαζε τον πίνακα «Τα ευτυχή ατυχήματα της κούνιας», και ικανοποιημένος με την έμπνευσή του, το σημείωσε για να μην το ξεχάσει σε ένα χαρακτικό του 1782.

Ο πίνακάς του σημείωσε μεγάλη επιτυχία και τον συζητούσαν όλοι για χρόνια χασκογελώντας πονηρά στα διάφορα πηγαδάκια.

Έγινε σύμβολο του ροκοκό, της πολυτέλειας και της αμαρτίας αλλά ο ίδιος κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, έπεσε σε δυσμένεια.

Ωστόσο, κατάφερε να τρυπώσει ως συντηρητής στο Λούβρο, γιατί το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι!

Οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού που ήταν του έντεχνου και όχι του ελαφρού ρεπερτορίου, τον χαρακτήρισαν επιπόλαιο.

Δεν ενέκριναν τον τρόπο ζωής του, ούτε και την τέχνη που υπηρετούσε.

Ειδικά ο Βολτέρος, σήκωνε το γαλλικό μυτάκι του περιφρονητικά.

«Αυτό δεν είναι τέχνη», έλεγε. «Ωστόσο, διαφωνώ με ό,τι λέει αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά του να το λέει” συμπλήρωνε.

Η σκηνή της κούνιας που αιωρείται πάνω από τα αδιάκριτα βλέμματα θα τον κάνει διάσημο και σε εμάς, αιώνες αργότερα και θα παρασύρει στη φήμη και άλλους πίνακές του, όπως είναι “ο σύρτης” ή το “κλεμμένο φιλί”!

Προσωπικά μου αρέσουν και οι τρεις πολύ! Αν θέλετε ζητήστε από τη φίλη μας τη Γκοuγκλ να σας τους δείξει!

ΥΓ: Αν κάτι στο κείμενο μας φάνηκε σουρεάλ… βλέπουμε τo ίντρο στη σελίδα, εκεί εξηγούνται όλα!

Σαν σήμερα, 14/10/2025, έφυγε ο Βλάσσης Μπονάτσος με την ροκ και ροκοκό ψυχή.

About Author

Μοιραστείτε το :