Ο σπουδαίος Ιωάννης Βαρβάκης, η Μεγάλη Αικατερίνη και το χαβιάρι
«Την ##%5$$$$55%4$$$$», έβριζε στα ελληνικά μέσα στο καφενεδάκι που ξεφύτρωσε μπροστά του σαν όραμα μετά από τόσες ώρες στο δρόμο. «Την τύχη μου μέσα…»
«Ένα ουίσκι» παρήγγειλε στον καφετζή που τον κοιτούσε σαν ζητιάνο. Δεν είχε και άδικο, σαν ζητιάνος έμοιαζε, με τα δανεικά παπούτσια κάτω από τη μασχάλη. Τα χε βγάλει για να μην τα χαλάσει με τόσο ποδαρόδομο, ηταν ιδρωμένος και καταταλαιπωρημένος.
«Μόνο Βότκα» του απάντησε εκείνος. Ήταν από εκείνους που δεν χαλάλιζαν λέξεις.
«Στην περίπτωση μου ταιριάζει ένας Τζόνι γουόκερ, αλλά βότκα έχεις, βότκα βάλε»
Την ήπιε μονορούφι, για να στηλωθεί, να σταθεί στα πόδια του, τα οποία τρέμανε, με το ζόρι τον βαστούσαν.
Είχε περπατήσει τόσο πολύ, από το Κίεβο μέχρι την Αγία Πετρούπολη… Το σμαρτγουότς έδειχνε στην οθόνη ένα εκατομμύριο επτακόσιες χιλιάδες βήματα.
ΚΑΙ ΌΛΑ ΑΥΤΟ ΜΑΤΑΙΑ. ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΙΧΕ ΔΕΧΤΕΙ η Τσαρίνα.
Τρεις φορές είχε προσπαθήσει για ακρόαση, τρεις φορές τον έδιωξαν.
«Έλληνας;» ρώτησε ένας Ρώσος που καθόταν στο πρώτο τραπέζι πίνοντας τη Βότκα σαν να είναι νερό.
«Από τα τιμημένα Ψαρά»
«Πολύ μακριά από την πατρίδα σου»
«Για την πατρίδα μου δουλεύω. Και τη δική σου. Έχω αφιερώσει τον εαυτό μου, την περιουσία μου, τη ζωή μου…»
«Το όνομά σου;»
«Ιωάννης Βαρβάκης»
«Πες μου για σένα» τον παρότρυνε να μιλήσει κι εκείνος το είχε ανάγκη.
«Από μικρό παιδί βρισκόμουν στα καράβια του πατέρα μου. Ξεκίνησα σαν μούτσος, στα δέκα πέντε μου, με είχε κάνει ήδη συνέταιρο και στα δέκα οκτώ μου είχα ήδη το πρώτο μου πλοίο.
Αρχικά ασχολήθηκα με το εμπόριο, μετά με την πειρατεία, δημιουργώντας μεγάλο πρόβλημα στους Τούρκους.
Βοήθησα να υπογραφεί η συνθήκη Κιουτσούκ Καιναρτζή, η Τσαρίνα σας μου έδωσε συγχαρητήρια και τον βαθμό του Υπολοχαγού και τώρα δεν δέχεται να με δει» είπε με παράπονο αλλά και πείσμα ταυτόχρονα. Ήταν απο τους ανθρώπους που επτά φορές έπεφτε, οκτώ σηκωνόταν.
«Πήγαινε αύριο. Θα σε δεχτεί» του είπε ήσυχα ο Ρώσος.
«Και πού το ξέρεις εσύ;»
«Αύριο είναι μια καινούρια μέρα»
«Όσα παίρνει ο άνεμος;»
«Σκάρλετ ο Χάρα, μεγάλος έρωτας» απάντησε εκείνος.
Την επόμενη ημέρα πράγματι τον δέχτηκαν με τιμές, παρατρεχάμενους και υποκλίσεις.
Μπήκε στην αίθουσα του θρόνου που τον περίμενε η Μεγάλη Αικατερίνη και δίπλα της ποιον είδε; Σωστά, τον Ρώσο του καφενέ, που εκείνη αποκαλούσε Ποτέμκιν.
Η Αικατερίνη τον κάρφωσε με το βλέμμα της γυναίκας που δείχνει ότι ξέρει πολύ καλά τι της γίνεται. Και τι θέλει.
«Λένε πολλά και καλά για σένα», του είπε αρχικά.
«Σε χαρακτηρίζουν αεικίνητο κουρσάρο… πολύ καλό», είπε ξεφυλίζοντας τις σημειώσεις της.
«Πολέμησες στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο εθελοντικα, βλέπω», συνέχισε.
«Ναι, μαζί με τον αρχηγό των ναυτικών ρωσικών επιχειρήσεων σας στη Μεσόγειο, τον Ορλώφ»
«Α, με τον Αλέξιο… Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι. Και έλεγα τόση ώρα ποιον μου θυμίζεις.
Μου ’χε στείλει ο Αλέξιος λάιβ βίντεο όταν πυρπολούσες τον στόλο στον Τσεσμέ».
Πλέον είχε όλη της την προσοχή, την είχε κερδίσει με την προσωπικότητά του, τα μάτια του, το μούσι του, με όλα του.
«Πώς μπορώ να σε βοηθήσω Ιωάννη;» ρώτησε.
«Πήγα στην Κωνσταντινούπολη, αν και ήμουν persona non grata. Ιδίως μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή οι Τούρκοι δε θέλουν ούτε ζωγραφιστό να με βλέπουν.
Μου κατάσχεσαν το πλοίο, γλίτωσα οριακά, περπάτησα ξυπόλητος μέχρι το παλάτι σας και ζητώ οικονομική βοήθεια γιατί όποιος ντρέπεται, στερεύεται, έλεγε η γιαγιά της Νουαζέτα ».
Η Αικατερίνη άναψε τσιγάρο.
«Ας πούμε ότι νιώθω γενναιόδωρη και θα σου δώσω ένα μεγάλο ποσό. Πώς θα το ξοδέψεις;»
«Θα βοηθήσω την Ελληνική Επανάσταση. Θα εξοπλίσω τους ανθρώπους του Υψηλάντη, θα εξαγοράσω αιχμαλώτους μέσω του Πατριαρχείου, θα ενισχύσω τους συντοπίτες μου τους Ψαριανούς. Μετά την καταστροφή των Ψαρών θα πάω στην Ελλάδα να βοηθήσω πρόσφυγες», απάντησε χωρίς να το σκεφτεί καν.
Η Αικατερίνη σήκωσε το βλέμμα. Καλό παιδί…σκέφτηκε. Όχι από αυτά που τα κερνάς πάστα όμως. Το έλεγε η καρδούλα του. Ένας καλόκαρδος πειρατής.
«Δεν σκοπεύω να σου δώσω όλο το χρηματοκιβώτιό μου…» γέλασε.
«Από εσάς χρειάζομαι λίγα, εγώ θα τα κάνω πολλά. Και θα σας ξεχρεώσω. Έχω βρει μια επιχειρηματική ευκαιρία. Από εσάς ζητάω να επενδύσετε πάνω μου»
«Δεν είμαι Ντράγκον 5 αλλά θα ήθελα να ακούσω γι αυτήν την ευκαιρία» του είπε. Αυτός ο άνδρας ήταν τρομερά ενδιαφέρων.
«Λέγεται «χαβιάρι», τα αυγά ψαριού. Χθες είδα έναν ψαρά να τρώει κάτι μαύρες μπίλιες. Δοκίμασα και έπαθα πλάκα. Νοστιμότατο. Δεν το εμπορεύεται κανείς. Θα το κάνω εγώ και θα το κάνω συνώνυμο της χλιδής».
«Οι άλλοι γιατί δεν το σκέφτηκαν;»
«Γιατί δεν μπορούν να το συντηρήσουν»
«Και εσύ πώς θα το συντηρήσεις;»
«Θα το ψάξω. Δεν έχουμε τσατ τζι πι τι να μου τα εξηγήσει γρήγορα αλλά ίσως και καλύτερα γιατί μπορεί να τα έλεγε και λάθος.
Ξέρω όμως ότι στην Περσία έχουν σπηλιές με την ιδανική θερμοκρασία κάπου μεταξύ 0–7°C και ότι χρησιμοποιούν θαλασσινό αλάτι και βόρακα, που η Νουαζέτα που σας ανέφερα και προηγουμένως, έχει φτιάξει φανταστικό σλάιμ.
Σκέφτομαι να το αποθηκεύω σε μικρά βαρέλια από ξύλο φλαμουριάς. Θα δούμε, είναι να μη βάλω κάτι στο μυαλό μου.
Και μόλις πετύχει, θα προμηθεύω ισόβια το παλάτι και θα πληρώνω και φόρο στην περιοχή της Κασπίας που θα δραστηριοποιούμαι.
Και θα γίνουμε ταινία, ξέρω ότι είστε σινεφίλ, τα λέγαμε στο από κάτω ανάρτηση. Εσάς θα σας υποδυθεί η Κατρίν Ντενέβ.
Η Αικατερίνη χτύπησε παλαμάκια.
«Θα επενδύσω. Το κέρδισες με το σπαθί σου. Τώρα όμως… επόμενο θέμα. Είσαι ελεύθερος;»
«Παντρεμένος από τα είκοσι τρία μου. Απέκτησα και μια κόρη, τη Μαρία. Θα ξαναπαντρευτώ όμως εδώ στη Ρωσία, θα αποκτήσω άλλα δύο παιδιά, μετά θα κάνω κι έναν τρίτο γάμο».
«Ρωτάω γιατί στο υπόγειο του Χειμερινού Παλατιού έχουμε πολύ ωραία σάουνα. Μπορούμε να κάνουμε ένα ωραίο χαμάμ, μασάζ και όλα τα παρελκόμενα»
«Άλλο αυτό! Τόσα χιλιόμετρα έχω κάνει, χρειάζομαι ένα μπανάκι μανάκι. Τα αυγά δε θα φύγουν από τους οξύρρυγχους», της απάντησε.
Για την ιστορία, όντως πέτυχε το θέμα με το χαβιάρι, ο Βαρβάκης απέκτησε ισόβια την αποκλειστική εκμετάλλευση του χαβιαριού στην Κασπία με βασιλικό διάταγμα της Αικατερίνης.
Οι άλλες Βασίλισσες θέλανε και αυτές να τρώνε από αυτό που έτρωγε η Τσαρίνα Αικατερίνη και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, το χαβιάρι έγινε γκουρμε και ο Βαρβάκης ζάμπλουτος.
Με τον οποίο πλούτο, δεν έτρωγε με δέκα μασέλες σαν κάποιους άλλους, ονόματα δε λέμε, αλλά βοηθούσε τους πάντες, όσους είχαν ανάγκη, ανεξαρτήτως εθνικότητας.
Έχτιζε και ίδρυε σχολεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, δρόμους, αγορές.
Ήταν αυστηρός, γενναίος, ορμητικός, δίκαιος, φιλάνθρωπος, πανέξυπνος, δοτικός, πεισματάρης.
Στη χαβιαροδουλειά θα μπορούσε να χρησιμοποιεί σκλάβους, υπήρχε ακόμα δουλεία. Εκείνος όμως επέλεξε να πληρώνει κανονικά μισθούς και μάλιστα έβαλε αγγελία σε εκείνο το καφενείο που πρωτοσυνάντησε τον Ποτέμκιν, τότε που τα είχε χάσει όλα, καλώντας τους κατοίκους της περιοχής να συνεργαστούνε και να μοιραστουν τα κέρδη από την εκμετάλλευση του χαβιαριού.
Δεν ξέρω αν γνωρίζατε την ιστορία του… Μέγας Ευεργέτης.
Πολύ ενδιαφέρον εκτός από τη ζωή του, είχε και ο θάνατός του, αλλά αν σας κέντρισαν έστω και λίγο αυτά που έγραψα, θα το ψάξετε μόνοι σας!
Διάβασα στα Αθηναϊκά, ότι η εγγονή του Βαρβάκη, παντρεύτηκε τον γιο του Γεώργιου Καραισκάκη.
Δηλαδή υπάρχει γενεαλογικό crossover Βαρβάκης – Καραϊσκάκης!
Πώς να ΜΗΝ θέλω να γράψω ολόκληρη σειρά εποχής;
ΥΓ: Οι διάλογοι και τα σκηνικά είναι μυθοπλασία. Οι πληροφορίες που μεταφέρονται είναι πραγματικές. Αν διαβάσαμε αναχρονισμούς και πράγματα που “δε γίνεται να ισχύουν”, βλέπουμε τις πληροφορίες της σελίδας.
About Author


