Να σου πω μια ιστορία;

Ο έρωτας του ποιητή Τζον Κητς και της Φάνι Μπράουν δεν είχε χάπι εντ

Μοιραστείτε το :

«Ιτς ε νιου ντον, ιτς ε νιου ντέι, ιτς ε νιου λάιφ, φορ μιιιι, εντ αμ φίλινγκ γκουντ», τραγουδούσε δυνατά η Φάνι μπροστά στον καθρέφτη της κρατώντας την βούρτσα της για μικρόφωνο.
«Οι γείτονες θα μας φέρουν την αστυνομία, ακόμα δεν μετακομίσαμε» τη μάλωσε η μητέρα της μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιό της, χαμηλώνοντας ταυτόχρονα την ένταση στο σιντί που έπαιζε στη διαπασών.
«Δεν πας μέχρι το μίνι μάρκετ στη γωνία, να φέρεις γάλα, υλικά για τοστ και μια εξάδα αυγά με ύψιλον;» συμπλήρωσε.
Ήταν ρητορική ερώτηση οπότε φόρεσε τα σταράκια της, έβαλε και το τζόκει καπέλο της και ετοιμάστηκε να βγει έξω. Τελευταία στιγμή πέρασε τα χείλη της και με λίγο λιπ γκλος- ποτέ δεν ξέρεις!
Με το που βγήκε, την προσοχή της τράβηξε ένα νεαρό αγόρι που καθόταν μπροστά από το παράθυρο του γειτονικού σπιτιού.
Ήταν γύρω στα είκοσι, φορούσε ένα λευκό πουκάμισο και πάνω από αυτό ένα γκρι γιλέκο.
Διάβαζε με προσήλωση ένα βιβλίο στηρίζοντας το πηγούνι του με το δεξί του χέρι. Με το αριστερό του σημείωνε ανά διαστήματα σε ένα τετράδιο.
Το αεράκι που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο ανακάτευε τα μαλλιά του κάνοντάς την να θέλει να απλώσει το χέρι της και να τα χαϊδέψει.
Εκείνη τη στιγμή, σηκώθηκε και άρχισε να πηγαίνει πάνω κάτω στο δωμάτιο απαγγέλοντας ένα ποίημα.
Με το που την είδε, σταμάτησε απότομα. Ποια ήταν αυτή που τον στάλκαρε σαν τον Τζο Γκόλντμπεργκ.
Τα μεγάλα μπλε μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της.
«Συγγνώμη αν σε τρόμαξα, είμαι η Φράνσις Μαίρη Μπράουν αλλά με φωνάζουν Φάνι, η νέα σου γειτόνισσα» του είπε με μια ανάσα.
«Τζον» της συστήθηκε μονολεκτικά εκείνος.
«Σμιθ;» γέλασε εκείνη.
«Νοτ φάνι, Φάνι» της απάντησε εκείνος.
«Τζον τι;» τον ρώτησε εκείνη. Θα τον έψαχνε αργότερα στα σόσιαλ μίντια.
«Κητς» της απάντησε ενοχλημένος.
«Τι γράφεις;» ρώτησε κάπως αδιάκριτα.
«Διαβάζω ελληνική μυθολογία και γράφω ένα ποίημα για την αρχαία ελληνική ομορφιά».
«Ξέρεις ελληνικά;» συνέχισε εκείνη τις ερωτήσεις.
«Όχι πολλά. Χρησιμοποιώ το γκουγκλ τρανσλέιτ».Είχε ήδη αποφασίσει ότι είναι εκνευριστική. Αλλά όμορφη.
Εντάξει, το ένα δεν αναιρούσε το άλλο. Όμως είχε ήδη καθυστερήσει.
Ήθελε να γράψει για τον Ενδυμίωνα, τον κοιμώμενο νέο, και δεν είχε χρόνο για τσιτ τσατ. Τον παίδευε, δεν ήξερε πώς να τον προσεγγίσει, ενώ τ άλλα ποιήματα και ωδές που έγραψε, βγαλμένα όλα από την ελληνική μυθολογία, του είχαν βγει πανεύκολα.
Ξανακοίταξε την κοπέλα. Στεκόταν ακόμα στο ίδιο σημείο και τον κοίταζε, μην κρατώντας καν τα προσχήματα, σαν να μην μπορούσε να απομακρυνθεί από αυτόν.
Την περιεργάστηκε. Έντονο βλέμμα, χείλη ζουμερά, προκλητικά.
Για λίγο έμειναν να κοιτάζονται χωρίς να μιλάνε. Σαν υπνωτισμένοι, σαν ερωτευμένοι. Άλλωστε, οι έρωτες δε μας υπνωτίζουν; Δεν είμαστε ξύπνιοι, μερικές φορές κοιμόμαστε όρθιοι.
«Αυτό είναι!» Φώναξε ξαφνικά! Του είχε έρθει έμπνευση! Αυτή του την έδωσε.
«Έλα πάνω» της φώναξε! Τον είχε ξεμπλοκάρει η παρουσία της και την ήθελε δίπλα του όσο θα έγραφε τον μύθο του Ενδυμίωνα και της Σελήνης.
Γύρισε στο τραπέζι και άρχισε να πληκτρολογεί στο κομπιούτερ χωρίς παύση.
Μία ώρα αργότερα γύρισε και την κοίταξε.
Καθόταν ήσυχη στο κρεβάτι του και τον κοίταζε χαμογελώντας.
«Τελείωσες;» τον ρώτησε.
«Ναι και σε ευχαριστώ πολύ! Το νιώθω, είναι κάτι ξεχωριστό αυτό που έγραψα και που θα κρατήσει στον χρόνο»!
«Πρέπει να φύγω αλλά δε θα χαθούμε, μένω ακριβώς δίπλα» του είπε.
«Είμαι πολύ τυχερός που η μούσα μου είναι γειτόνισσα» της χαμογέλασε και εκείνη τον ερωτεύτηκε ακόμα περισσότερο. Σηκώθηκε, του έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη και τον αποχαιρέτησε.
Ένας μεγάλος έρωτας είχε μόλις γεννηθεί!
«Πού είναι τα ψώνια;», τη ρώτησε η μητέρα της με το που μπήκε στο σπίτι.
«Ουπς!» ξαναβγήκε αμέσως από το σπίτι και έτρεξε στο μίνι μάρκετ.
Στο γυρισμό έψαξε να βρει στοιχεία για εκείνον, με τη μέθοδο που έβρισκε πληροφορίες ο Τζο Γκόλντμπερκ στο You, όπως θα της σχολίαζε αργότερα ο Τζον.
«Εύχομαι να μην είσαι ψυχοπαθής δολοφόνος» της είχε πει γελώντας.
«Είμαι απολύτως ακίνδυνη». είχε γελάσει εκείνη και είχαν δώσει το πρώτο, από τα πολλά που ακολούθησαν, παθιασμένο τους φιλί.
Είχε μάθει αρκετά για εκείνον, ο κόσμος όντως μοιράζεται πολλά προσωπικά δεδομένα στα σόσιαλ μίντια.
Έμαθε ότι το καλοκαίρι του 1803 μπήκε εσωτερικός στο σχολείο του Τζον Κλαρκ, ότι στα δέκα τρία του κέρδισε το πρώτο του ακαδημαϊκό βραβείο, ότι ο πατέρας του είχε σκοτωθεί πέφτοντας από το άλογο όταν είχε πάει να τον επισκεφθεί στο σχολείο και η μητέρα του είχε ξαναπαντρευτεί κάποιον τυχοδιώκτη, οπότε εκείνος είχε μεγαλώσει με τους παππούδες του.
Οι δικαστικές διαμάχες για τα κληρονομικά ανάμεσα στη γιαγιά του και τη μητέρα του, ιδίως όταν έχασε και τον παππού του, είχαν αποξενώσει εντελώς την οικογένεια.
Ο καιρός περνούσε και η Φάνι με τον Τζον ερωτεύονταν ακόμα περισσότερο ο ένας τον άλλο.
Ο Τζον ήταν φαρμακοποιός που εκείνη την εποχή ισοδυναμούσε με γιατρό αλλά ήθελε να τα παρατήσει και να αφοσιωθεί στην ποίηση.
Η Φάνι ήθελε να τον στηρίξει στην απόφαση αυτή αλλά επίσης ήθελε και να παντρευτούν και η μητέρα της δεν καταλάβαινε τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του μέλλοντα γαμβρού της.
Κάθονταν στο σαλόνι οι τρεις τους. Εκείνος με τα καλά του και ένα μπουκέτο λουλούδια στα χέρια.
«Και τι θα τρώτε; Αγάπη;» τον είχε ρωτήσει εκνευρισμένη η μητέρα της, που δε γνώριζε ότι ο Κητς είχε δύο κληροδοτήματα που ήταν σε καταπίστευμα μέχρι τα 21α γενέθλιά του.
Το πρώτο από τον παππού του, Τζον Τζένινγκς, που του είχε αφήσει στη διαθήκη του οκτακόσιες λίρες και το δεύτερο από τη μητέρα του η οποία άφησε οχτώ χιλιάδες λίρες να τις μοιραστούν τα παιδιά της.
Δυστυχώς ούτε ο ίδιος το γνώριζε, γι’ αυτό και παιδευόταν οικονομικά όλη του τη ζωή.
Αν το ήξερε, δε θα είχε πάει να γίνει μαθητευόμενος φαρμακοποιός. Είχε γεννηθεί ποιητής, δεν έγινε στην πορεία.
«Δε θέλω να ασχολούμαι με γάζες και μπεταντίν την υπόλοιπη ζωή μου και άλλωστε είναι σίγουρο ότι θα γίνω ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αγγλικής ποίησης» της απάντησε με αυτοπεποίθηση εκείνος.
Εκείνη τη στιγμή τον έπνιξε ο βήχας. Βλέποντας τις κόκκινες σταγόνες στο μαντίλι του η μαμά της συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο.
Και εκείνος όμως, είχε τις γνώσεις και ήξερε ότι αυτό ήταν κακό μαντάτο.
«Άκου» του είπε. «Και εγώ υπήρξα νέα και ερωτευμένη και καταλαβαίνω την ορμή της νιότης. Προτείνω να πας ένα ταξίδι στη Ρώμη που έχει και ωραίο θερμό κλίμα και να παντρευτείτε με την κόρη μου όταν με το καλό επιστρέψεις.
Να χεις βάλει τα επαγγελματικά αλλά κυρίως την υγεία σου, σε μια σειρά».
Πράγματι, τον Σεπτέμβριο του 1820, ο Τζον Κιτς προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο.
Όσο καιρό έμεινε εκεί, έγραφε με πάθος ποίηση και αλληλογραφούσε με πόθο με τη Φάνι.
Ολοκλήρωσε τον «Υπερίωνα» και την «Ωδή σε μια Ελληνική Υδρία» που ήταν ένας τόμος με αρκετά ποιήματα.
Ανάμεσα τους οι Ωδές: Στο Φθινόπωρο, Σ΄ ένα Αηδόνι, Στην Ψυχή, Η Λάμια, Το Βράδυ της Αγίας Αγνής.
Η πεθερά του πίσω στη Αγγλία ήταν ευχαριστημένη από την επαγγελματική πορεία του γαμβρού της. Ετοίμαζε τα προικιά της κόρης της αλλά δυστυχώς εκείνος δεν επέστρεψε ποτέ. Χάθηκε το 1821, σε ηλικία μόλις είκοσι πέντε ετών. Ήταν άνιση η μάχη με την αρρώστια του.
Η Φάνι ήταν απαρηγόρητη. Τον θρήνησε πολλά χρόνια και ακόμα και όταν μετά από δώδεκα χρόνια από τον θάvατό του, παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά, ποτέ δεν τον ξέχασε.
Όταν τα παιδιά της μεγάλωσαν, τους εμπιστεύθηκε τα γράμματα που της είχε γράψει.
Όταν αυτά δημοσιεύτηκαν το 1878, τα σόσιαλ μίντια ξεσάλωσαν, έπαθαν Κουρή και Τοπαλίδου.
Δεν μπορούσαν να το δεχτούν με τίποτα ότι αυτή είχε κερδίσει την καρδιά του πιο δημοφιλούς ποιητή τους, μετά τον Πέρσυ Σέλλεϋ και τον Λόρδο Μπάυρον.
Ναν οφ γιορ μπίζνες, πιστεύω θα τους έλεγε αν ζούσε.
Θα κλείσω με επιστολή του προς εκείνη που διάβασα στο mcnewsgr/logotexnia.
«Γλυκύτατη Φάνυ,
κάποτε φοβόσουν πως δεν σε αγαπούσα τόσο πολύ όσο επιθυμούσες.
Αγαπημένο μου κορίτσι, σ΄ αγαπώ και θα σ΄ αγαπώ πάντα ως την βαθιά αιωνιότητα.
Όσο περισσότερο σε μαθαίνω, τόσο περισσότερο σ΄ αγαπώ. Ακόμη και οι περιπτώσεις της ζηλοτυπίας μου είναι εκστάσεις της αγάπης μου.
Σε βασάνισα πολύ, το ξέρω, αλλά πίστεψέ με από αγάπη το έκανα αυτό. Μπορώ όμως και διαφορετικά να κάνω;
Εσύ πάντα είσαι και κάτι το καινούργιο! Τα τελευταία φιλιά σου ήταν και τα γλυκύτατα, το τελευταίο χαμόγελο σου το φιλικότατο, η τελευταία σου κίνηση, η πιο χαριτωμένη…
Όταν περνούσες χθες από το σπίτι μου και κάτω από το παράθυρό μου σε αντίκρισα, γέμισα από τέτοιο θαυμασμό και αλήθεια, νόμισα, πως για πρώτη φορά σε έβλεπα…
Κάποτε μού έλεγες πως είμαι ερωτευμένος με την ομορφιά σου και μόνο, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια είμαι με σένα κι ό,τι εσένα συνέχει.
Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που γνωρίζω και τρέμω για αυτά…
Η Ψυχή μου φαίνεται πως είναι πολύ πιο ανήσυχη και πιότερο ανικανοποίητη, που ποτέ της σε κορμί ανθρώπινο δεν μπήκε, που τόσο μικρό και στενάχωρο για δαύτη είναι…
Τα αισθήματά μου δε στέριωναν ποτέ και σε κανέναν παρά σε σένα μονάχα κι αυτό θέλω να το γνωρίζεις!
Όταν είσαι στο δωμάτιό σου, εκεί σκαλώνουν και οι σκέψεις μου και είσαι ο μόνος άνθρωπος που πάνω σου συγκεντρώνεις όλο μου τον ψυχικό κόσμο.
Ο φόβος, ξέρε το, δεν στέκει με τίποτα. Αχ, καλή μου, ελπίζω, να μη με παρεξήγησες για αυτά που σου είπα.
Ακόμα δε μπορώ να φανταστώ, πως έστω και την ελάχιστη κακία μου κρατάς…»
Ο αγαπημένος σου,
Τζον Κητς
ΥΓ: Ξέχασα να πω ότι οι διάλογοι και τα σκηνικά είναι μυθοπλασία, της φαντασίας μου. Τα υπόλοιπα είναι γεγονότα!

About Author

Μοιραστείτε το :