Να σου πω μια ιστορία;

Ο Αδαμάντιος Κοραής είχε beef με τον Ιωάννη Καποδίστρια

Μοιραστείτε το :

Trigger Warning: Το παρακάτω κείμενο περιέχει ίχνη αναχρονισμού, σουρεαλισμού και έναν Αδαμάντιο Κοραή που μάλλον θα με κυνηγούσε με το λεξικό αν με άκουγε. Οι λάτρεις της αυστηρής ιστορικής ακρίβειας, να απομακρυνθούν από την οθόνη ή να διαβάσουν με δική τους ευθύνη.

Στο Παρίσι, ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 1825, σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία και χειρόγραφα στοιβαγμένα σε καρέκλες, ο Αδαμάντιος Κοραής σκυμμένος πάνω στο γραφείο του, γράφει.

Το χτύπημα στην πόρτα τον διακόπτει.

Είναι ο βοηθός του που τον ενημερώνει ότι ο κύριος Καποδίστριας ανεβαίνει με το ασανσέρ.

Ο Κοραής σηκώνει το κεφάλι με το βλέμμα κάποιου που μόλις άκουσε ύβρη.

«Ασανσέρ; Τι έχει η λέξη ανελκυστήρας; Οι ξένοι δανείστηκαν τις λέξεις τους από εμάς, τα έλεγε και ο Πορτοκάλος στο Γάμος αλά Ελληνικά, κι εσύ μου φέρνεις γαλλικισμούς μέσα στο σπίτι μου;»

«Μα, κύριε Κοραή, όλοι ασανσέρ το λένε…»

«Όλοι λένε πολλά. Λένε και γκρίκλις, παραλείπουν και φωνήεντα στα DM. Κι όμως, οι λέξεις είναι σαν τους ανθρώπους, αν τις εγκαταλείψεις, θα ξεθωριάσει η γλώσσα σου και τότε θα χάσεις την ταυτότητά σου».

Σταματά για λίγο κι όπως όλοι οι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας «ταξιδεύει» στα παλιά, στα παιδικά του χρόνια.

Κάνει ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ σε ένα άλλο δωμάτιο στη Σμύρνη, εκεί όπου γεννήθηκε το 1748.

Η μητέρα του Θωμαΐδα Ρυσίου, μια μορφωμένη γυναίκα σε εποχές που η μόρφωση των γυναικών ήταν σχεδόν θαύμα, του δίνει βιβλία αντί για αυτοκινητάκια.

«Οι λέξεις είναι δρόμοι, Αδαμάντιε», του λέει.

Κι εκείνος δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει.

Μαθαίνει ολλανδικά, εβραϊκά, ισπανικά, κάνει διάφορες δραστηριότητες, πιάνει κιθάρα, δοκιμάζει ξιφασκία.

Θα αποφοιτήσει από την Ευαγγελική Σχολή επί διευθύνσεως του Ιερόθεου Δενδρινού, που ήταν Δάσκαλος της παιδαγωγικής του Καζαντζάκη, ήτοι «τα κόκαλα δικά μου, το κρέας δικό σου» και θα σπουδάσει ιατρική.

Όταν γνωρίσει τη Δύση, τη Γαλλία και τη Γαλλική Επανάσταση, θα κάνει ολικό γιου τερν, προς το ΦΠΨ.

Διαβάζει Βολταίρο, Ρουσσώ, Μοντεσκιέ, Ντιντερό και βυθίζεται σε έναν κόσμο όπου η ελευθερία δεν είναι απλώς μια λέξη, είναι ιδέα και απαίτηση.

Καθώς σκέφτεται την Ελλάδα υπόδουλη, τη χαμηλή μόρφωση και έχοντας την πεποίθηση ότι η επανάσταση ξεκινάει πρώτα από την παιδεία, αποφασίζει ότι ο αγώνας του δεν θα είναι με όπλα αλλά με βιβλία.

Στέλνει στα κρυφά βιβλία στην Ελλάδα, σαν να περνά λαθραία, και δημιουργεί ένα δίκτυο πνευματικής αφύπνισης κάτω από τη μύτη των Οθωμανών.

Γίνεται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

«Αν δεν μάθεις να μιλάς σωστά, δεν θα μάθεις ποτέ να είσαι ελεύθερος» είναι το quote του, το οποίο είναι πιασάρικο και σιγά σιγά το αναπαράγουν όλοι, γίνεται viral.

Θα ήταν πολύ περήφανη ΕΚΕΙΝΗ. Της είχε κάνει πρόταση γάμου και το «για πάντα» ήταν στα σκαριά.

Αλλά «τα πάντα ρει», όπως έλεγε κι ο Ηράκλειτος που τον είχε μικρός poster στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι του.

Εκείνη θα αρρωστήσει και θα χαθεί και εκείνος θα μείνει μόνος, δε θα παντρευτεί άλλη γυναίκα αλλά μια ιδέα!

Σαν τον Καποδίστρια.

Με το που τον σκέφτηκε επανήλθε στο παρόν. Βρίσκεται πάλι στη Γαλλία.

Και μπροστά του στέκεται ο Ιωάννης Καποδίστριας. Πόση ώρα άραγε χάθηκε στις αναμνήσεις του;

Έχουν τόσα κοινά με τον Ιωάννη και αντί να είναι κολλητοί, δεν μπορεί να τον βλέπει μπροστά του.

Και οι δύο γιατροί και οι δύο μορφωμένοι και οι δύο με την Ελλάδα στο μυαλό και την καρδιά τους.

Η γνωριμία τους στην αρχή έμοιαζε πολλά υποσχόμενη και συναντιόντουσαν συχνά όταν ο Καποδίστριας ταξίδευε στο Παρίσι.

Όμως, τα πάντα ρει, είπαμε.

Ο ένας βλέπει προς τη Δύση και τα φώτα. Ο άλλος βλέπει προς την Ανατολή και τις λάσπες του κράτους που δεν γεννήθηκε ακόμα.

Ήταν που ήταν στραβό το κλίμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος, τους βάζανε και λόγια- το γνωστό lobbying της εποχής.

Πόσους είχε δεχθεί ο ίδιος σε αυτό το δωμάτιο που του λέγανε για τον Καποδίστρια:

«Είναι αυταρχικός»

«θέλει να κυβερνήσει σαν Μονάρχης»

«Είναι δάχτυλος των Ρώσων»

καιιιιι

«Δεν ασχολείται με την Χίο».

Το τελευταίο ειδικά, του έκανε μεγάλο τρίγκερ.

Ο πατέρας του, ο Ιωάννης Κοραής, επιτυχημένος έμπορος μεταξιού με καταγωγή από τη Χίο, το είχε καημό να την δει ελεύθερη.

Και εκείνος θα πίεζε αυτόν τον νεαρό να δώσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του την προσοχή που της άξιζε.

«Λοιπόν, Ιωάννη, η Χίος περιμένει», του απηύθυνε τον λόγο στην αγαπημένη του καθαρεύουσα.

«Και η Πελοπόννησος καταρρέει. Πρέπει να διαλέξουμε από πού θα αρχίσουμε», του απάντησε ψύχραιμος όπως πάντα.

«Μου είπον ότι επιθυμείτε συγκεντρωτικήν εξουσίαν. Ότι θεωρείτε τον λαόν ανώριμον. Ότι προτιμάτε να κυβερνήσετε άνευ πολλών φωνών».

«Και ποιοι σας τα είπον αυτά;»

«Οι άνθρωποι μιλούν, κύριε Κόμη. Και αι λέξεις ταξιδεύουν ευκολότερον από τα πλοία»

«Και σας είπαν επίσης ότι η Ελλάδα χρειάζεται πρώτα να σταθεί όρθια πριν αρχίσει να συζητά;»

«Εκείνο δεν μου το είπον. Εκείνο το λέτε εσείς. Η ελευθερία, κύριε Κόμη… δεν αγαπά την σιωπή».

«Ούτε την αναρχία».

«Συγγνώμη, διακόπτω; Ήρθα να παραδώσω τον πίνακα. Τον τελείωσα».

Ο ζωγράφος Θεόφιλος ήρθε πάνω στην ώρα και διέκοψε αυτό το λεκτικό πινγκ πονγκ.

Στα χέρια του κρατούσε ταπεινά έναν πίνακα που απεικόνιζε τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Ρήγα Φεραίο ν’ ανασηκώνουν την Ελλάδα από τα ερείπια.

«Πολύ καλός», σχολίασε ο Καποδίστριας. «Να κάνεις και τον δικό μου».

Ήξερε ότι η ιστορία θα τους έβαζε όλους στον ίδιο πίνακα…

ΥΓ: Στις 6 Απριλίου 1833, στο Παρίσι, ο ογδονταπεντάχρονος Αδαμάντιος Κοραής φεύγει από τη ζωή, την οποία είχε αφιερώσει στην πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων.

ΥΓ2: Για τους αναχρονισμούς και οτιδήποτε άλλο προκαλεί απορία, διαβάζουμε τις πληροφορίες της σελίδας Νουαζέτα

About Author

Μοιραστείτε το :