Περιπέτεια στο Μουσείο του Λούβρου!
Χαζεύω νυσταγμένη πίσω από το γυαλί μου. Είμαι αγουροξυπνημένη. Ήθελα να κοιμηθώ περισσότερο, μου λείπει πολύς ύπνος αλλά οι υποχρεώσεις μου ξεκινάνε πρωί πρωί.
Να είχα πέντε λεπτά ακόμα σκέφτομαι… Τι πέντε δηλαδή, εκατόν πέντε χρειάζομαι… Σηκώνομαι γιατί, δεν μπορώ να εκτεθώ στους προϊστάμενους και τους υπεύθυνους στο Μουσείο του Λούβρου.
Έχω καθήκοντα και υποχρεώσεις. Είμαι ενήλικη- και μου το έλεγαν ντοντ γκρόου απ, ιτς α τραπ.
«Τζοκόντα, ανοίγει η πόρτα, ήρθαν οι επισκέπτες μας, χαμογέλα, ιτς σόου τάιμ» μου λέει ο μπόντιγκαρντ μου. Τον ξέρετε, σας τον έχω συστήσει σε παλιότερη ανάρτηση, και πετάγεται απέναντι να μου φέρει καφέ μακιάτο.
Ξαφνικά, παρατηρώ μια σκιά να τρέχει προς την πτέρυγα του «Ναπολέοντα» εκεί που είναι τα κοσμήματα των Γάλλων Ηγεμόνων και με γρήγορες κινήσεις να αδειάζει τις προθήκες από τα εκθέματά τους.
Νιώθω ένα κάποιο ντεζαβού από την δική μου θεαματική έξοδο.
Ήταν το 1911 όταν έφυγα και αμέσως σήμανε συναγερμός, σφραγίστηκαν οι πόρτες του μουσείου και έκλεισαν τα σύνορα της Γαλλίας.
Ποιος φεύγει σήμερα από το Λούβρο; Κοιτάζω λίγο καλύτερα και βλέπω… τον Λουπέν του Omar Sy.
Τον φωνάζω και έρχεται προς το μέρος μου. Τον συμπαθώ πολύ από τότε που έπαιξε στους άθικτους – συγκλονιστική ταινία, αν δεν την έχετε δει, σας την προτείνω.
Μου κάνει χειροφίλημα, μα, είναι ένας ντζέντλεμαν! Και κλέφτης βέβαια, αλλά τον συμπαθώ και τον δικαιολογώ. Και άλλους κλέφτες συμπαθώ, να, πρόχειρα πρόχειρα, τον Ρομπέν των Δασών, τον Γιάννη Αγιάννη, τους Λα κάζα ντε Παπέλ!
Πώς χαρακτηρίζει τον Λουπέν η Βικιπαιδεία; Ευφυέστατο, δαιμονιώδη και σέξι ασύλληπτο «αριστοκράτη» λωποδύτη, με ιπποτικούς τρόπους και ευγενή αισθήματα.
Μέσα έπεσες Βίκυ!
«Πώς μπήκες;»τον ρωτάω
«Ε, ξέρεις ότι κάνω κόλπα, αλλά αυτή τη φορά απλώς χρησιμοποίησα ένα αναβατόριο»
«Γιατί το κάνεις όμως;» ρωτάω.
«Λίγο το σασπένς, λίγο το ταξικό χάσμα, λίγο η ανεξέλεγκτη εξουσία της ελίτ» , μου εξηγεί αυτά που ήδη γνωρίζω.
«Παραήταν ριψοκίνδυνο. Από τότε που το έσκασα, έχουν διπλασιάσει τους φύλακες και τα συστήματα ασφαλείας»
«Το έχω ξανακάνει, αν θυμάσαι, στην τρίτη σεζόν του Νετφλιξ, που έφυγα αγκαζέ με τον Μονέ, έχοντας ένα μαύρο μαργαριτάρι στην τσέπη μου κι ένα πανάκριβο διαμαντένιο βραχιόλι- δε θυμάμαι ποιας αυτοκράτειρας!»
«Ε, το δις εξαμαρτείν…»
«Μην ανησυχείς, ξέρεις ότι πάντα τα καταφέρνω!» απαντάει με σιγουριά, κλείνοντάς μου το μάτι.
Έχουν περάσει ήδη εφτά λεπτά. Η τιάρα της Αυτοκράτειρας Ευγενίας, το διαμαντένιο κολιέ και τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της βασίλισσας Μαρί-Αμελί, όπως κι η ζαφειρένια καρφίτσα της βασίλισσας Ορτάνς, βρίσκονται ήδη στις τσέπες του κάργκο παντελονιού του.
«Θες να έρθεις μαζί μου;» προτείνει, φευγαλέα, με αυτοπεποίθηση και λίγο θράσος, εδώ που τα λέμε.
«Όχι, καλά είμαι εδώ», του απαντώ. Δεν είμαι έτοιμη για την επόμενη περιπέτεια.
Η προηγούμενη έχει γράψει μέσα μου και δε θέλω να πάω πουθενά με κανέναν.
Μου αρέσει που είμαι μόνη μου, τα χω βρει με τον εαυτό μου, βρίσκομαι περιτριγυρισμένη από τέχνη, ασφαλής, ήρεμη.
Αφού κατάλαβε ότι το εννοώ και το όχι είναι όχι, ετοιμάζεται να κινηθεί γρήγορα.
Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, άλλη λέξη από τα χείλη μας δεν βγαίνει.
Περιπέτεια, κίνδυνος και παιχνίδι, έχει σπάσει η μονοτονία της ημέρας.
«Πώς θα φύγετε;»
«Με ηλεκτρικό πατίνι! Κανείς δε θα υποψιαστεί τέσσερις τύπους σε δύο πατίνια!»
«Αυτό παίρνει μπροστά μόνο αν έχεις νέα ταυτότητα!»
«Έχω! Άλλου βέβαια, αλλά έχω».
«Να προσέχεις. Να μην πέσεις. Η Νουαζέτα βρέθηκε φαρδιά πλατιά στα πεζοδρόμια του Μιλάνου».
«Πάντα προσέχω» μου λέει και φεύγει, εξαφανίζεται, γίνεται αέρας που δεν μπορείς να πιάσεις.
Και εγώ μένω πίσω και χαμογελώ, με εκείνο το μισοκρυμμένο χαμόγελο που ξέρει τι θα επακολουθήσει…το χω ξαναδεί το έργο…Συναγερμός, πανικός, άγχος, ξεβόλεμα, κυνηγητό.
Κάποιοι φεύγουν, άλλοι μένουν. Όταν είναι επιλογή και των μεν και των δε, σημαίνει ότι άπαντες είναι ελεύθεροι.
ΥΓ: Εμπνευσμένο από τη χθεσινή ληστεία στο Μουσείο του Λούβρου.
About Author


