Τα Γιαπωνέζικα του Van Gogh
«Βίνσεντ;» Ο Γκογκέν στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας του διαμερίσματος τους «Τι μυρίζει έτσι;»
«Ράμεν» του απάντησε ο Βαν Γκογκ ανακατεύοντας κάτι λάχανα μες την κατσαρόλα.
«Κινέζικο;»
«Γιαπωνέζικο».
Ο Γκογκέν κοίταξε τις κουτάλες εδώ κι εκεί, τα υλικά για το ράμεν, κρεμμύδια, αυγά, κομμάτια κοτόπουλου διάσπαρτα, και ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι.
Φταίει που είναι και Παρθένος στο ζώδιο, να το εξηγήσω επιστημονικά, και τα θέλει όλα οργανωμένα, σε τάξη.
Όλο το σπίτι είναι ανάκατο, με πινέλα και παλέτες ολούθε, σωληνάρια χρώματος ανοιχτά, τέμπερες χωρίς καπάκια.
Έχει αρχίσει να μετανιώνει αυτή την συγκατοίκηση. Θέλει να φύγει μακριά, στην Αϊτή, για παράδειγμα, να χαλαρώσει.
Βγαίνει από την κουζίνα, μην πει καμιά κουβέντα βαριά και στο χωλ σκοντάφτει πάνω σε ιαπωνικές ξυλογραφίες που είναι αφημένες στο πάτωμα.
Ξαναμπαίνει οργισμένος στην κουζίνα.
«Τι είναι αυτά στο χωλ; Δεν αντέχω άλλο αυτή την ακαταστασία»
«Japonisme, Πωλ! Πού ζεις εσύ; Στην Ολλανδία? Μόνο εκεί δεν έχουν πάρει ακόμα χαμπάρι την ιαπωνική τέχνη» του απαντάει ήρεμα εκείνος. Πάσιβ αγκρέσιβ, στάιλ.
Ο Γκογκέν βράζει από τα νεύρα του. Δεν ειναι η πρώτη φορά που τον κάνει τούρμπο.
Όμως ο καλλιτέχνης μεσα του κερδίζει και επιστρέφει στο χωλ.
Παίρνει μια ξυλογραφία στα χέρια του και τη μελετά και μετά μία ακόμα.
Ξαναγυρίζει στην κουζίνα.
«Μου αρέσουν», παραδέχεται. «Πολύ, αλλά είναι άπειρες και μέσα στη μέση».
«Κάνω συλλογή. Είναι πανέμορφες γιατί να τις κρύψω στο δωμάτιό μου;»
«Να κάνεις οικονομία, δε σου περνάει από το μυαλό; Δεν έχεις πουλήσει ούτε έναν πίνακα. Με τόσα γράμματα που ανταλλάσσεις με τον Τέο, γιατί δεν κάνεις συλλογή από γραμματόσημα;»
«Δεν μπορώ, όσο περισσότερο τις βλέπω, τόσο περισσότερο θελω να κανω ό,τι κάνει η άνοιξη στις κερασιές».
«Δε σε πιάνω. Άρχισες πάλι τα τρελά σου».
«Λέω, με εμπνέουν, βλέπω τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. Τα έντονα χρώματα, τη φύση, σχεδόν, νιώθω χαρά, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι γνωρίζω το συναίσθημα…»
«Μάλιστα…»
«Γι’ αυτό ήρθα στην Αρλ, άλλωστε», συνεχίζει ο Βίνσεντ. «Για την καθαρότητα της ατμόσφαιρας. Για τα χρώματα της επαρχίας… Γιατί, ο Νότος μοιάζει περισσότερο με την Ιαπωνία απ’ ό,τι το Παρίσι».
Ο Γκογκέν κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
Η αλήθεια είναι ότι και εκείνος πίστευε πως οι καλλιτέχνες έπρεπε να ταξιδεύουν σε πιο παρθένα μέρη, αναζητώντας ζωντανά χρώματα, ώστε να οδηγήσουν την τέχνη σε μια επόμενη πίστα.
Ο Βίνσεντ σέρβιρε το ράμεν σε δύο μπολ και τα άφησε στο τραπέζι.
«Πιάσε μας από δύο χάσι και έλα να φάμε».
«Δεν ξέρω να τρώω μ’ αυτά»
«Θα μάθεις».
Κάθισαν αντικριστά.
Ο ατμός ανέβαινε αργά από τα μπολ…
ΥΓ: Πήγαμε με τη μικρή στην Έκθεση στο Γουδί και είπα να γράψω για τα γιαπωνέζικα του Βαν Γκογκ!
Θυμίζω, ξεκαθαρίζω, διευκρινίζω και τα υπόλοιπα σε-ίζω, ότι οι διάλογοι μεταξύ τους ειναι προϊόν μυθοπλασίας, οι πληροφορίες που μεταφέρουν όμως είναι αληθινές.
Εκτός, απο τις ιαπωνικές ξυλογραφίες. Αυτές δεν ήταν στην Αρλ, μείνανε στο Παρίσι στο διαμέρισμα του Τεό Βαν Γκογκ.
About Author


