• Να σου πω μια ιστορία;

    Το τσίμπημα της σφήκας

    Ο ήλιος τρύπωνε σιγά σιγά αλλά δυναμικά μέσα στο μικρό υπνοδωμάτιο, ανέβηκε στο κρεβάτι της Μελίνας και χάιδεψε με το φως του το πρόσωπό της. Ακόμη μία φορά που είχε ξεχάσει να τραβήξει τις βαριές κουρτίνες αποβραδίς. Σήμερα όμως δεν ενοχλήθηκε και δεν έβρισε, αντιθέτως, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε διάπλατα στο πρόσωπό της. Με μισόκλειστα ματια γύρισε το κεφάλι της δεξιά να δει το ρολόι πάνω στο κομοδίνο. Οι κόκκινοι αριθμοί του αναβόσβηναν 9.30! Αχ, τι ωραία, σκέφτηκε, και δίνοντας μία στο πάπλωμα που τη σκέπαζε, σηκώθηκε όρθια! Αυτό το πρωινό ήταν ξεχωριστό. Περίμενε τις καλύτερες της φίλες, οι οποίες θα προσγειώνονταν στις 10.30, τοπική ώρα, στο αεροδρόμιο. Είχε μια ολόκληρη…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Έρωτας ήταν θαρρώ…

    Νιώθω. Τι ρήμα κι αυτό. Δίνει δυναμική στις λέξεις που συνοδεύει. Νιώθεις την αγάπη,  τον έρωτα, το πάθος, τη χαρά, τη μελαγχολία, τη λύπη, την αδιαφορία. Μάντεψε πώς νιώθω, του έγραφε. Νιώσε με. Πόση δύναμη έχει στην προστακτική του. «…νιώσε με, σώσε με, κι ό,τι θες σ’ το προσφέρω…» έλεγαν οι στίχοι ενός τραγουδιού. Η Λήδα, σταμάτησε να γράφει. Το χέρι σηκώθηκε από το πληκτρολόγιο κι έμεινε για λίγο μετέωρο στον αέρα. Το κατέβασε αργά κάτω. Δεν είχε νόημα να του γράψει τίποτα. Το ήξερε πολύ καλά πώς νιώθει, του το είχε πει, του το είχε δείξει. Ποιος ο λόγος για το «ραβασάκι»; Να κάνει τι; Επίκληση στο συναίσθημά του;…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Μια νύχτα στο μουσείο

    Το κίτρινο σχολικό λεωφορείο με τα χαρούμενα χρωματιστά γράμματα «Άνοιξη» έβγαινε από τον προαύλιο χώρο και μέσα σε αυτό είκοσι οχτώ έξυπνα φατσάκια με χαρούμενα ματάκια γεμάτα προσμονή, ξεκίνησαν να τραγουδάνε. Κάποια από αυτά προσπάθησαν ν’ αλλάξουν θέση και να καθίσουν δίπλα σε άλλους συμμαθητές, αλλά οι δάσκαλοι που τα συνόδευαν, ο Μάρκος κι η Νάγια επενέβησαν και δεν το επέτρεψαν, γιατί το όχημα βρισκόταν πλέον εν κινήσει. Προορισμός του το Βιομηχανικό Μουσείο. Εκεί, μικροί – μεγάλοι θα είχαν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν με βιωματικό τρόπο, τη βιοτεχνική και βιομηχανική ιστορία της χώρας. Αυτό σκόπευαν να κάνουν τη μέρα. Τη νύχτα όμως; Γιατί, δε σκόπευαν να φύγουν από το μουσείο…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Το κορίτσι με το γατάκι

    Η Δώρα έκλεισε ακόμη πιο σφιχτά τα μάτια της κάνοντας ότι κοιμάται κι ότι δεν ακούει το επίμονο κουδούνισμα από το θυροτηλέφωνο. Η μαμά της ξαπλωμένη δίπλα της σηκώθηκε και περπατώντας στα δάχτυλα των ποδιών της πήγε κι έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου. Ο ήχος τώρα ερχόταν πιο αχνός αλλά ακόμη ξεκάθαρος. Η μικρή την ένιωσε να ξαπλώνει πάλι δίπλα της και να της χαιδεύει τα μακριά της μαλλιά, αλλά παρέμεινε με κλειστά τα μάτια. Δεν ήθελε να καταλάβει ότι είναι ξύπνια και να τη στενοχωρήσει. Είχε ένα αίσθημα όχι ακριβώς φόβου, αλλά σίγουρα δυσάρεστο. Σκέφτηκε τον μπαμπά της. Αν εκείνος ήταν εδώ, τώρα αυτό το κουδούνι δε θα χτυπούσε…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Το πάρτι

    Πολλά νεαρά άτομα φορώντας μπλουζάκια σε έντονα φωσφοριζέ χρώματα κι έχοντας μαλλιά αντίστοιχης απόχρωσης, στέκονταν στη μεγάλη ουρά και περίμεναν να έρθει η σειρά τους να πλησιάσουν στην είσοδο, να πληρώσουν για να μπούνε  στον χώρο που γινόταν το πάρτι. Ανάμεσα τους κι η Δήμητρα, μέσα στο απλό λευκό αμάνικο μπλουζάκι και το ξεβαμμένο τζιν της, είχε βρεθεί σε αυτά τα χωράφια που θα γινόταν το πάρτι σχεδόν άθελά της. Εκείνη νόμιζε ότι θα περνούσε μια ήρεμη βραδιά με τον αγαπημένο της, όταν ετοιμαζόταν νωρίτερα για να τον συναντήσει και δεν είχε ιδέα πού θα πήγαιναν. Με τον Μάριο έβγαιναν λίγο καιρό αλλά η Δήμητρα του είχε παραδοθεί ψυχή και…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Ο Ρούντολφ επαναστάτησε

    -Ρουυυντολφ, Ρουυυυυυυυντολφ, πού είσαι τα ελάφια μου μέσα; μουρμούρησε με εκνευρισμό ο Σοκολατάκης, το αγχώδες Αρχιξωτικό του Άγιου Βασίλη που λάτρευε τα σοκολατάκια περισσότερο από τα υπόλοιπα ξωτικά. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν η μεταφορά του σάκου με τα δώρα προς το τεράστιο πορτ μπαγκάζ του γυαλιστερού ελκήθρου και το να παίρνει παρουσίες από τους ταράνδους,  ότι είναι όλοι στη θέση τους. Στη συνέχεια, μέσω γουόκι τόκι, φώναζε τον Άγιο Βασίλη να κατέβει από τα ενδότερα και έδινε το σφύριγμα εκκίνησης του ελκήθρου. Το άγχος του αυτή τη στιγμή είχε χτυπήσει κόκκινο, γιατί ο Ρούντολφ, το ελάφι που έδειχνε τον δρόμο στους ταράνδους που πετούσαν το πολύτιμο έλκηθρο, ήταν εξαφανισμένος…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Ολοκαίνουρια στήλη στο blog!

    Αυτή είναι η ολοκαίνουρια στήλη του Blog κι η πιο δημιουργική! Εδώ μέσα θα τοποθετώ με πολλή αγάπη τις ιστορίες μου, μίνι διηγήματα, παραμύθια, ό,τι βγει. Οι ιστορίες αυτές είναι προιόν μυθοπλασίας, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, οπότε οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις, είναι συμπτωματική! Να ξεκαθαρίσουμε επίσης ότι σε αυτό το είδος γραφής, ακόμα μπουσουλάω, δεν εχω καν σταθεί όρθια, οπότε λίγη επιείκεια σε αυτά που θα διαβάσετε! Να σας εκμυστηρευθώ ότι λίγο ντρέπομαι, αλλά η γιαγιά μου έλεγε όποιος ντρέπεται στερεύεται, οπότε θα το τολμήσω τελικά το νέο βήμα. Είμαι πολύ ενθουσιασμένη και περιμένω να δω την υποδοχή που θα ‘χει η νέα στήλη, τα σχόλια και γενικά…

  • Να σου πω μια ιστορία;,  Σκέφτομαι και γράφω

    Το μυρμήγκι και το μπισκότο- (μέρος Β)

    Μα πότε πρόλαβε να παγώσει η αφράτη κρέμα, αναρωτήθηκε απογοητευμένο. Έγινε πολύ γρήγορα, πολύ ξαφνικά και πολύ απότομα. Τη μία στιγμή ήταν αραχτό κι ευτυχισμένο μέσα σε ένα ωραιότατο μπισκότο, την επόμενη εγκλωβίστηκε σε αυτό, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Τις σκέψεις του διέκοψε ένα ταρακούνημα. Μα τι γίνεται τώρα; Τι μου συμβαίνει; Μετακινεί κάποιος το μπισκότο; Απόρησε. Γύρω του απ’ όσο μπορούσε να δει, υπήρχαν φύλλα από δέντρα, μια τσίχλα μασημένη, κάποιες ακαθαρσίες. Συνειδητοποίησε ότι ένας άνθρωπος, υπάλληλος του δήμου προφανώς, σκούπιζε. Είχε σπρώξει όλα τα σκουπίδια στην άκρη του δρόμου και σε λίγο ετοιμαζόταν να τα μαζέψει με το τεράστιο φαράσι του. Έπρεπε να κάνει κάτι πριν να…

  • Να σου πω μια ιστορία;,  Σκέφτομαι και γράφω

    Το μυρμήγκι και το μπισκότο (Μέρος Α)

    Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μυρμηγκάκι από σπίτι, πήρε μια παράτολμη απόφαση. Θα έβγαινε εκτός της οικίας του, να αλλάξει λίγο παραστάσεις. Τα δικά του μυρμήγκια προσπάθησαν να το συνετίσουν. Tου είπαν “εδώ που είσαι δε θα βρεις καλύτερα, έξω μπορεί να σε πατήσει κανά παπούτσι, ο καιρός κρύωσε, έχουμε όση τροφή θέλουμε”, χίλια δυο επιχειρήματα αλλά εκείνο είχε πάρει την απόφαση του. Θα πήγαινε μια μικρή βόλτα και θα επέστρεφε. Άλλωστε τα μυρμήγκια είναι συλλέκτες τροφής κι από τη φύση τους την ψάχνουν. Όχι ότι πείραζε που την έβρισκε έτοιμη, ίσα ίσα που αυτό το έκανε προνομιούχο σε σύγκριση με τα «αδέσποτα» μυρμήγκια εκεί έξω, αλλά να βγει…