Μαδρίτη, ένα νεανικό, παρορμητικό ταξίδι

Μοιραστείτε το :

Σας έχει τύχει ποτέ να κανονίζετε ταξίδι εξωτερικό με φίλη σας, να  συζητάτε τις λεπτομέρειες καθημερινώς και τελικά να φτάνετε στον προορισμό σας με άλλες πτήσεις κι … άλλη μέρα;

Εμένα, όπως ήδη καταλαβαίνετε από την εισαγωγή, μου έχει τύχει!

Καθόμασταν με τη φίλη – συνάδελφο στα διπλανό γραφείο, όταν έπεσε η ιδέα να πάμε ταξίδι. Δε θυμάμαι πώς και με ποια αφορμή. Μάλλον συζητώντας για τις διακοπές μας, μου ανέφερε ότι είχε γνωρίσει μια παρέα το καλοκαίρι και είχαν προσφερθεί να τη φιλοξενήσουν, αν πήγαινε ποτέ στη χώρα τους. Ε, λίγο που εκείνη δε θα πήγαινε μόνη της, λίγο εγώ που πετάω τη σκούφια μου για ταξίδια και καμία ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, οπότε και κλείσαμε εισιτήρια για Ισπανία, συγκεκριμένα στη Μαδρίτη, ακόμη πιο συγκεκριμένα, στο Αλκαλά.

Τώρα πώς έγινε και βρέθηκα στο ισπανικό αεροδρόμιο ένα 24ωρο νωρίτερα από τη φίλη μου, ακόμα δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε. Θυμάμαι οτι κλείσαμε με διαφορετικές αεροπορικές εταιρείες, το ξέραμε ότι δεν «πετούσαμε» με την ίδια εταιρεία, αλλά νομίζαμε οτι «πετούσαμε» την ίδια μέρα.

Παίρνω λοιπόν την πτήση μου, απογειώνομαι – προσγειώνομαι στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, και της τηλεφωνώ να δω αν προσγειώθηκε κι εκείνη ή αν είναι κλειστό, άρα πετάει ακόμη. Το σηκώνει άνετη, «έλα, πού είσαι, έτοιμη;»

-Προσγειώθηκα

-Πού προσγειώθηκες;

-Μαδρίτη, πού να προσγειώθηκα δηλαδή;

-Τι εννοείς προσγειώθηκες Μαδρίτη, αφού αύριο πετάμε.

-Τι αύριο κορίτσι μου, σου λέω ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΜΑΔΡΙΤΗΗΗΗΗ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙΙΙΙΙΙ

-Στην Αθήνα είμαι, αύριο πετάω…πλάκα κάνεις…Και τι θα κάνεις τώρα;

-Τι θα κάνω τώρα, ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΩΡΑΑ, ΑΑΑΑΑΑ, ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΗ ΣΕ ΞΕΝΗ ΧΩΡΑΑΑΑΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΟΛΛΑ ΛΕΦΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

-Κάτσε να πάρω το παιδί, (έναν απο αυτούς που θα μας φιλοξενούσαν)

Τον παίρνει τηλέφωνο, τα κανονίζει έτσι, έρχεται ο άνθρωπος στο αεροδρόμιο, «κρατάω τριαντάφυλλο», με αναγνωρίζει τέλος πάντων, περνάμε στο παρασύνθημα. Ο συγκεκριμένος μιλούσε και ωραιότατα ελληνικά, γιατί τα δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και γενικότερα ήταν φιλέλληνας.

Μετά τα «με λένε Έφη», «σε λένε Χοσέ» ξεκινήσαμε προς το σπίτι. Ελαφρώς αμήχανα εγώ, ντρέπομαι λίγο τον ξένο άνθρωπο, αλλά όποιος ντρέπεται στερεύεται και δεν έχω υπολογίσει χρήματα για ξενοδοχείο.

Φτάνουμε στην πολυκατοικία, η οποία δεν έχει ασανσέρ κι ο άνθρωπος, ιππότης, δεν μπορώ να πω, σηκώνει τη βαλιτσάρα που ζύγιζε ένα τόνο και είχε μέσα τα άπαντα από τις ντουλάπες μου και την ανεβάζει τέσσερις ορόφους, στενούς και στριφογυριστούς. Ένα άτομο στο κάθε σκάλι. Χωρίς ύφος ή δυσαρέσκεια, με όλη του την καρδιά το έκανε, αλλά ok, του βγήκε η πίστη. Μου γνώρισε τους δύο -τρεις στην πραγματικότητα- συγκατοίκους κι έφυγε για τη δουλειά του στο πανεπιστήμιο. Παρεμπιπτόντως, ήταν κι ο μόνος που δούλευε, οι άλλοι ήταν πιο μποέμ τύποι, κάνανε κάτι ζογκλερικά στους δρόμους, δεν ξέρω αν πληρώνονταν από τα ακροβατικά και τα σχετικά.

Το σπίτι χρωματιστό, «της θείας μου της Χίπισσας», περίμενα από στιγμή σε στιγμή να βγει ο Τσιβιλίκας πίσω από το διαχωριστικό της πόρτας με τις χάντρες. Χαλιά – κουρελούδες κρέμονταν στους τοίχους, χρώματα πράσινα – μπλε- κόκκινα-κίτρινα, χαϊμαλιά, μαξιλάρες, πολύχρωμα έπιπλα, μοτίβα κλπ, ονειροπαγίδες, αυτό το στιλ, κατάλαβες. Βάζω μια φωτό –που κανονικά θα πατούσα το delete, έντονα βαμμένη – δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν τη σβήνω– διότι θέλω στην ανάρτηση /ανάμνηση αυτή, να υπάρχει και ένα μέρος απο το εσωτερικό του σπιτιού.

Γνώρισα λοιπόν τους άλλους δύο συγκατοίκους του, τον Ραούλ με ράστα μαλλιά ως τον πισινό του, τον Χουάν με μια κιθάρα προέκταση του χεριού του, μέχρι και στην τουαλέτα πήγαινε με αυτήν, και την Ίντσι, την κοπέλα του Ραούλ. Σημαντική λεπτομέρεια: κανείς τους δε μιλούσε αγγλικά.

Εγώ δε μιλούσα ισπανικά, ο ένας μιλούσε γαλλικά, είχα κάνει -κάποτε στο Τέξας- κάτι γαλλικά, ξέθαψα και κάτι λατινικά απο τον καιρό του Νώε, τέλος πάντων, χειρονομίες, παντομίμες, συνεννοηθήκαμε. Σε αυτό το στιλ μάλιστα μου ‘κανε ο Χουάν και ξενάγηση στην περιοχή (με την κιθάρα πάντα παραμάσχαλα).

Εκείνο το πρώτο βράδυ χωρίς τη φίλη μου, ήταν μια αξέχαστη εμπειρία. Μου είχαν στρώσει στον καναπέ, στο σαλόνι, έξω απο το υπνοδωμάτιο του Ραούλ και της Ίντσι, που εμ, το καταδιασκεδάζανε μέσα, και το καταδιασκεδάζανε όλο το βράδυ μέχρι το πρωί, δεν ξέρω, λες και τα είχανε «φτιάξει» εκείνη τη μέρα! Πάντως του δωσανε και κατάλαβε και μπράβο στα παιδιά, πάντα τέτοια τους εύχομαι και σ’ εκείνους και σ’ όλους, αλλά εγώ μάτι δεν έκλεισα. Ακουγόντουσαν τα πάντα – όλα, μόνο οπτική επαφή δεν είχα, που ήταν σαν να είχα!

Ξημέρωσε επιτέλους κι η επόμενη μέρα, ήρθε κι η φίλη, της πρόλαβα τα νέα, τριγυρίσαμε και μαζί στην πόλη που είχα μάθει τα κατατόπια της.

 

Αλκαλά (Alcala de Henares)

Η πόλη στην οποία μέναμε, βρισκόταν 35 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, Μαδρίτη. Έχει αρχαιολογικό ενδιαφέρον, μνημεία, πλατείες, ένα Πανεπιστήμιο, κι ένα μικρό μουσείο, το σπίτι του Ισπανού λογοτέχνη, ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Θερβάντες, (Δον Κιχώτης).

Ωραία πόλη, ήσυχη, με τα μαγαζάκια της, τα μπαράκια στα οποία πήγαινες για μπίρα ή κρασί και σου σερβίριζαν μαζί και tapas, κάτι μεζεδάκια, που -συνήθως- αποτελούνταν απο μία φέτα ψωμί που πάνω της μπορεί να είχε το οτιδήποτε, απο σαγανάκι, έως ομελέτα , οπότε, στην ουσία, όταν έβγαινες απο τηPub- bar, ήσουν χορτάτος για μεσημέρι.

Με τα παιδιά του σπιτιού, τις δέκα μέρες που μείναμε εκεί, μια χαρά συνεννοουμασταν, μας είχαν δώσει και τα κλειδιά, κι ο καθένας έκανε το πρόγραμμά του, υπήρχαν μέρες που δε συναντιόμασταν καν. Η φιλοξενία τους ήταν ιδανική! Μάλιστα, ο Χοσέ πήγε από το δεύτερο βράδυ να μείνει στην κοπέλα του και μεις πήραμε το υπνοδωμάτιό του κι έτσι εκείνη η πρώτη εφιαλτική νύχτα δεν επαναλήφθηκε!

Με τη φίλη μου χρησιμοποιούσαμε κυρίως το τραίνο (μετρό /προαστιακό) που παίρναμε από τον εξωτικό, τροπικό σιδηροδρομικό σταθμό Atocha, για τις διάφορες εξορμήσεις μας. Φυσικά ο πρώτος προορισμός μας ήταν το κέντρο της Μαδρίτης, θυμάμαι ότι έβρεχε, αλλά εμείς ήμασταν ευτυχισμένες κι ανέμελες και καθόλου δε μας ένοιαζε που το νερό της βροχής είχε εισχωρήσει μέσα απο τα παπούτσια, είχε «ποτίσει» τις κάλτσες, περπατούσαμε και τα βήματά μας κάνανε πλάτσα – πλούτσα.

Μαδρίτη

Η Μαδρίτη διαθέτει σύγχρονες υποδομές, ιστορικές γειτονιές, αρχιτεκτονικά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον κι έχει υψηλή αισθητική. Πήγαμε σε δυο τρία διάσημα μουσεία, το μουσείο «Πράδο», το μουσείο τέχνης «Βασίλισσα Σοφία», παλάτια, καθεδρικοί ναοί, πάρκα, συντριβάνια και τα σχετικά! Στο Πράδο ή στο Ρέινα (Βασίλισσα) Σοφία, δεν είχαμε πληρώσει εισιτήριο, γιατί η ταμίας μας άκουσε να μιλάμε ελληνικά, ήταν φιλέλληνας και μας επέτρεψε να περάσουμε δωρεάν. Για την ακρίβεια ερωτευμένη ήταν, τα είχε με έναν Κρητικό, οπότε ο έρωτας της μας έδωσε free pass!

Τότε, δεν είχαμε κινητά με σούπερ ντούπερ κάμερα ή και καθόλου κάμερα (;) και δε βγάζαμε συνεχεια φωτό, οπότε, το ζούσαμε περισσότερο! Είχαμε αγοράσει μία μηχανή Kodak από αυτές της μιας χρήσης κι έτσι έχουμε αναμνήσεις από αυτό το ταξίδι. Μερικές φωτό είναι εμ, ας πούμε δεν είναι κι οι καλύτερες μου, αλλά αυτές εμφανίστηκαν kinder έκπληξη από το φιλμ, με αυτές πορευόμαστε!

Περάσαμε κι απο ένα παζάρι, στο Rastro, όπου η φίλη μου έχει να το λέει, πήρε έξι ζευγάρια κάλτσες με δύο ευρώ που της κράτησαν δέκα χρόνια και κρίμα που δε χάλασε όλο το δεκάευρω της, ακόμη κάλτσες από το παζάρι στη Μαδρίτη θα φορούσε!

Προσωπικά, ήθελα να ψαχτούμε, να πάμε από το γήπεδο της Ρεάλ Μαδρίτης ή να βρούμε τις εγκαταστάσεις τις σχετικές, να δούμε από κοντά τον Μπέκαμ που τότε τον αγαπούσα  πολύ, αλλά ο Μπέκαμ ήταν διακοπές στην Αγγλία με τη Βικτώρια και σταθήκα(με) άτυχες.

Οπότε, αφήσαμε τον Μπέκαμ και πιάσαμε το Τολέδο. Ξαναπήραμε τον προαστιακό (άλλη μέρα) και κάναμε τη διαδρομή, διασχίσαμε μια απόλυτα ξερή πεδιάδα, χωρίς ίχνος πράσινου (γενικά ήταν έτσι οι διαδρομές Αλκαλά – Μαδρίτη- Τολέδο). Ούτε λοφάκια, ούτε λουλουδάκια, ούτε χορτάρι! Το τελευταίο που θα ‘θελες, θα ‘ταν να πάθει καμιά βλάβη το τραίνο και να μείνεις εκεί στην έρημο με το απόλυτο τίποτα στον όριζοντα.

Τολέδο

Αν κάτι σου λέει το Τολέδο, αλλά δε θυμάσαι τι, θα σου πω εγώ, δυο λέξεις: Ελ Γκρέκο. Θα πω λίγες λέξεις ακόμη:

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, (El Greco) το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε στην Ισπανία και το Τολέδο ήταν η αγαπημένη του πόλη. Εκεί υπάρχει μουσείο με τα έργα του και το σπίτι που νοίκιαζε ο ίδιος για 27 χρόνια και οι τουρίστες μπορούν να επισκεφθούν.

Το Τολέδο, που λες υπήρξε πρωτεύουσα της ισπανικής αυτοκρατορίας, και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Είναι χτισμένο πάνω σε λόφο και προσφέρεται για βόλτες και φωτογραφίες (για τις δικές μας φωτογραφίες, αναφέρθηκα παραπάνω).

Γυρίσαμε τα γραφικά σοκάκια του, είδαμε τα αξιοθέατά του, καθίσαμε στην πλατεία του Ζοκοντόβερ, όπου γινόταν «το καμός» απο κόσμο, καφετέριες, μπαράκια που πάντα με το αλκοόλ σου πρόσφεραν τα ισπανικά μεζεδάκια. Και πάλι καλά, που τα σερβίριζαν αυτά, γιατί όταν εμείς πεινάσαμε κατά τις επτά το απόγευμα (για μεσημεριανό), είχαν κλείσει όλες οι κουζίνες στο κάστρο -παλάτι (βλέπε ακριβώς παρακάτω για το Αλκαζάρ) εκείνη την ώρα. Οπότε αναγκαστικά, έπρεπε να πάμε για ποτό!

Πήγαμε και από το Αλκαζάρ, ένα πελώριο φρούριο /κάστρο /παλάτι, που είχε πάθει ολική καταστροφή στον ισπανικό εμφύλιο, ξαναχτίστηκε υπό τη δικτατορία του Φράνκο και σήμερα λειτουργεί ως πολεμικό και στρατιωτικό μουσείο

Εννοείται οτι πήγαμε και στον καθεδρικό του Τολέδο που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους 10 καθεδρικούς της Ισπανίας και είναι εντυπωσιακότατος, μεσαιωνικής, γοτθικής αρχιτεκτονικής με στοιχεία της μουσουλμανικής κοινότητας που παρέμεινε στην Ισπανία, αλλά και της ισπανικής αναγέννησης.

Μέσα στον καθεδρικό υπάρχει και μια γκαλερί, την οποία επισκεφθήκαμε με πίνακες από μεγάλους ζωγράφους, τον Caravaggio, τον El Greco, τον Velázquez κι άλλους, και ανεβήκαμε στο καμπαναριό και χαζέψαμε την υπέροχη θέα της πόλης.

Αυτά κάναμε τα πρωινά, γυρνούσαμε σαν τουρίστες στα αξιοθέατα και τα βράδια με τους…συγκατοίκους μας πηγαίναμε σε μπαράκια, γνωρίζαμε τις παρέες τους και διασκεδάζαμε αμιγώς με τους ντόπιους, σε ντόπιες γειτονιές και ντόπια μαγαζιά.

Θυμάμαι με νοσταλγία τον «πούνκι» (=πανκ) που είχε πουλήσει τα πάντα κι έμενε σε μια ξύλινη καλύβα μες το δάσος, χωρίς ηλεκτρικό, θυμάμαι ότι στα μπαρ τρώγανε ηλιόσπορους (όπως έχουμε εμείς τα φιστίκια συνοδευτικά των ποτών μας) και ΦΤΥΝΑΝΕ ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΤΑ ΦΛΟΥΔΙΑ!! Επίσης, σκουπίζανε τα χέρια τους και το στόμα τους από τα τάπας και πετούσαν ΚΑΙ τις χαρτοπετσέτες κάτω. Στο πάτωμα.

ΙΙΙΙΟΥΥΥΥΥΥΥΥ.

-Κάντο κι εσύ Έφη

-Παιδιά, δεν μπορώ.

-Έφη, έτσι κάνουμε εδώ, τα μαζεύουν όλα στο κλείσιμο του μαγαζιού

– Παιδιάαααα, ΜΗΝ ΕΠΙΜΕΝΕΤΕ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ ΚΑΤΩ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, ΑΝΤΕ ΜΗΝ ΠΑΡΩ ΜΙΑ ΣΚΟΥΠΑ ΚΙ ΑΡΧΙΣΩ ΝΑ ΤΑ ΜΑΖΕΥΩ ΤΩΡΑ ΕΓΩ.

Τι άλλο μου έχει μείνει; Τον Χοσέ, να θέλει να μας πάει στο αγαπημένο του Ασιατικό εστιατόριο στη Μαδρίτη κι εμείς να αγχωνόμαστε που δεν ήμασταν κατάλληλα ντυμένες (αθλητικά βρεμένα κλπ). Πάμε τέλος πάντων, ευχόμενες να μη φάμε καμιά «πόρτα» στο αγαπημένο εστιατόριο του κ. καθηγητή και βλέπουμε οτι εκείνο ήταν ένα καταγώγι σε μια υπόγεια διάβαση, ένα απλό κινέζικο που φάγαμε νουντλς ή κάτι τέτοιο. Νοστιμότατο, πάντως!

Αχ, αυτό το ταξίδι, μου έχει μείνει στη μνήμη μου, σαν ανέμελο, απρογραμμάτιστο, υπέροχο, μοναδικό, σούπερ νεανικό, παρορμητικό, με μια άλφα άγνοια κινδύνου και γι’ όλα αυτά σούπερ ξεχωριστό!


Πηγες φωτογραφιών hola.com, travelpass.gr, iatronet.gr, perierga.gr.

Μοιραστείτε το :