-
Ο σπουδαίος Ιωάννης Βαρβάκης, η Μεγάλη Αικατερίνη και το χαβιάρι
«Την ##%5$$$$55%4$$$$», έβριζε στα ελληνικά μέσα στο καφενεδάκι που ξεφύτρωσε μπροστά του σαν όραμα μετά από τόσες ώρες στο δρόμο. «Την τύχη μου μέσα…» «Ένα ουίσκι» παρήγγειλε στον καφετζή που τον κοιτούσε σαν ζητιάνο. Δεν είχε και άδικο, σαν ζητιάνος έμοιαζε, με τα δανεικά παπούτσια κάτω από τη μασχάλη. Τα χε βγάλει για να μην τα χαλάσει με τόσο ποδαρόδομο, ηταν ιδρωμένος και καταταλαιπωρημένος. «Μόνο Βότκα» του απάντησε εκείνος. Ήταν από εκείνους που δεν χαλάλιζαν λέξεις. «Στην περίπτωση μου ταιριάζει ένας Τζόνι γουόκερ, αλλά βότκα έχεις, βότκα βάλε» Την ήπιε μονορούφι, για να στηλωθεί, να σταθεί στα πόδια του, τα οποία τρέμανε, με το ζόρι τον βαστούσαν. Είχε περπατήσει τόσο…


