• Να σου πω μια ιστορία;

    Η Χάιντι επισκέπτεται την Κάντυ Κάντυ στην Κούβα!

    Η Χάιντι προσγειώθηκε στο μικρό αεροδρόμιο της Αβάνας, που είχε το όνομα του διάσημου ποιητή και συμβόλου του αγώνα για την ανεξαρτησία της Κούβας, σύμφωνα με τον Κάστρο δηλαδή, τον José Martí. Είχε πάει διαβασμένη. Τόσες ώρες πτήση, είδε ταινία, κοιμήθηκε, ξύπνησε, χάθηκε στις σκέψεις της, διάβασε και το βιβλίο με την ιστορία της Κούβας. Προχώρησε προς τον κυλιόμενο ιμάντα να πάρει τη βαλίτσα της. Περίμενε αρκετή ώρα γιατί γύριζε με αργούς ρυθμούς, μέχρι που κάποια στιγμή κόλλησε και σταμάτησε. Της υπομονής… σκέφτηκε και κάθισε στο πάτωμα να περιμένει. Έβγαλε από το μπακ πακ της μια τομπλερόν, από αυτές που είχε φέρει στην Κάντυ και άρχισε να την τρώει. «Δεν…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Ήταν η Χάιντι, φίλη της Κάντυ Κάντυ;

    Το κινητό χτυπούσε με τον χαρακτηριστικό ήχο της εισερχόμενης βιντεοκλήσης. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη και άπλωσε το χέρι της στο κομοδίνο. Στην οθόνη είδε ένα χείμαρρο ξανθών μαλλιών. «Κάντυ, λονγκ τάιμ,  νο σι» είπε, σηκώνοντάς το χαρωπά. «Πού σε πετυχαίνω μικρή χωριατοπούλα; Ακόμα στα βουνά είσαι;» «Γιατί; σνομπάρεις; Όταν έτρεχες στους λόφους της κυρίας Πόνυ, ήταν καλά;» «Πάει η Πόνυ. Ο παππούς σου;» «Ο παππούκας μου της κάνει παρέα. Εδώ φτάσαμε εμείς τα 40. Εσύ πού βρίσκεσαι; Πούρο καπνίζεις;» τη ρώτησε. «Είμαι στην Αβάνα!», ήρθε η απάντηση αμέσως. «Πώς βρέθηκες εκεί; Έμπλεξες; θες βοήθεια;», τη ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον «Αποκλείεται να μου ‘λειψες και να πήρα απλώς να…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Το σύνδρομο της ραγισμένης καρδιάς

    Trigger Warning Δεν είναι σαν τα κείμενα που σας έχω συνηθίσει! Έχει θεματολογία -περιγραφές, που μπορεί να ενοχλήσουν/προκαλέσουν στρες. Ένιωθε ότι θα σπάσει η καρδιά της από αυτόν τον έρωτα που τελείωσε νωρίς, που δεν ήταν αληθινός και προφανώς όχι αμοιβαίος. Το «σύνδρομο της ραγισμένης καρδιάς», σκέφτηκε μηχανικά κάτι που είχε διαβάσει πρόσφατα σερφάροντας στο διαδίκτυο. «Θα ήθελα μια απάντηση τώρα» πληκτρολόγησε στο κινητό της, χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά και δειλιάσει. Για ένα μόνο δευτερόλεπτο, λιγοψύχησε και μετά πάτησε το κουμπί της αποστολής. Ο ήχος του μηνύματος που δεν άργησε να έρθει, την έκανε να αναπηδήσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και διάβασε: «Δεν είναι όλα τα πράγματα μόνο…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Ο δρακουμέλ διευθυντής

    Είχε αρχίσει να αγχώνεται πολύ. Σε πέντε λεπτά ακριβώς έπρεπε να είναι στο γραφείο της και η νοερή κλεψύδρα που στην άκρη του μυαλού της κόντευε να αδειάσει, ενέτεινε τον πανικό της. Σαν ανόητη, που θα έλεγε και ο Δρακουμέλ, πάτησε και το πάνω και το κάτω κουμπί. Το ασανσέρ προσπερνούσε το ισόγειο κάνοντας βόλτα στους υπόλοιπους ορόφους Από το πάρκινγκ του υπογείου στους ορόφους και τούμπαλιν. Και ήταν και πολλοί οι όροφοι… «Υπάρχει ένα βελάκι πάνω, βελάκι κάτω; Πατάμε μόνο αυτό που αντιστοιχεί στην κατεύθυνση που θέλουμε να κινηθούμε!» άκουσε μια φωνή πίσω της.«Τα κουμπιά των ασανσέρ είναι πιο βρόμικα και από την τουαλέτα», του απάντησε.«Πού κολλάει τώρα αυτό;»,…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Η υπέρβαρη βαλίτσα

    Οι δύο κοπέλες τρέχανε με τις σαγιονάρες σέρνοντας τις βαλίτσες τους στον κακοτράχαλο δρόμο προς το λιμάνι!    «Τρέχα χριστιανή μου, αργήσαμε, θα χάσουμε το πλοίο»! Η μελαχρινή κοπέλα που προπορευόταν, φώναζε στην ξανθιά που ακολουθούσε μία ανάσα πίσω της   «Τρέχω τι να κάνω, δεν είμαι και ο Κεντέρης!», απαντούσε η άλλη ασθμαίνοντας!   «Αχ!» φώναξε ξαφνικά, «περίμενε, έσπασαν τα ροδάκια της βαλίτσας»!    «Ε, όχι ρε συ, όχι ρε Μέρφυ! Μπορείς να τη σηκώσεις;» τη ρώτησε με αγωνία η μελαχρινή.   «Πλάκα κάνεις; Μόνο αν είχα τα μπράτσα του Σβαρτζενέγκερ!», αποκρίθηκε η ξανθιά που δεν έχανε ποτέ το χιούμορ της. «Πήρες όλη την ντουλάπα μαζί στις διακοπές και τι κατάλαβες; Κυκλοφορούσες όλη την…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Η φίλη

    Η βιντεοκασέτα που τις έδειχνε να γελάνε στο λουναπάρκ είχε φτάσει στο τέλος της. «Φρεντς φορ έβερ», φώναζαν χαρούμενες, με την καλύτερή της φίλη τη Ρένα, τη διπλανή της στο θρανίο από το νήπιο και σ΄ όλες τις τάξεις του σχολείου. Σχεδόν δηλαδή. Την είχε σαν αδερφή της την Ρένα. Την είχαν πάρει υπό την προστασία τους οικογενειακώς, αφού ο πατέρας της δούλευε συνεχώς και ασταμάτητα, επτά μέρες την εβδομάδα κι η μητέρα της τους είχε εγκαταλείψει όταν ήταν μωρό ακόμα. Το λουναπάρκ ήταν το αγαπημένο τους μέρος. Εκεί τις πήγαιναν οι γονείς της τα Σαββατοκύριακα, εκεί βγαίνανε τα Σαββατόβραδα μόνες τους, όταν μεγάλωσαν. Όλα μαζί τα κάνανε. Μόνο στο…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Πρόχειρος τίτλος: Ο γείτονας

    Κοιμόταν. Έναν βαθύ ύπνο χωρίς όνειρα, όπως άλλωστε το συνήθιζε τους τελευταίους μήνες. Σε αυτό, βεβαίως, συνέβαλε και η βοήθεια της χημείας. Ζήτησε τη συνδρομή της γιατί χρειαζόταν ξεκούραση από τις σκέψεις και να χάσει τον έλεγχο του ονείρου. Γιατί, ακόμα και όταν ονειρευόταν, σχημάτιζε τον χώρο, διάλεγε τους πρωταγωνιστές και τις καταστάσεις που συμμετείχαν και ας μην ήταν εφικτά στην πραγματικότητα. Ξυπνούσε κάθιδρη. Τα ζούσε στον ξύπνιο της, θα τα ζούσε και στον ύπνο της; Παρόλο που ο βαθύς ύπνος λειτουργούσε κι ως συσκευή ακύρωσης του θορύβου, ένας ενοχλητικός επίμονος ήχος από μακριά που ολοένα και πλησίαζε, κατάφερε να εισχωρήσει και να φτάσει στο συνειδητό της. Ανακάθισε στο κρεβάτι…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Η Μαύρη Χήρα

    Η μάνα του ποτέ δεν τη συμπάθησε. Την αποκαλούσε «Μαύρη χήρα», σκέφτηκε κοιτάζοντας τους ιστούς και τη σκόνη που συσσωρεύονταν στις γωνίες. Το σπίτι του ήταν αχούρι, έμοιαζε εγκαταλελειμμένο, σαν εκείνον. Σκόρπια ρούχα παντού, άπλυτα στο νεροχύτη, αποτσίγαρα και κουτιά με μισοφαγωμένες πίτσες στο πάτωμα. Όντως, σαν αράχνη τον τύλιξε στον ιστό της και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Εκείνη που όσο ξαφνικά μπήκε στη ζωή του, έτσι βγήκε. Φεύγοντας, δεν είχε αφήσει τίποτα δικό της εκτός από το γαριασμένο και ξεθωριασμένο πλέον φανελάκι με τη διαφημιστική επιγραφή «Σουβλακερί Τάκης», που φορούσε στον ύπνο. Αυτό το φανελάκι ήταν το παυσίπονό του στον αφόρητο πόνο που ένιωθε, απ’ όταν εκείνη έφυγε. Δούλευε…

  • Να σου πω μια ιστορία;

    Η κόκκινη βαλίτσα

    «Σήκω και φύγε, όπως είσαι». Οι λέξεις σκληρές και αμετάκλητες είχαν αντηχήσει ψυχρά στο μέχρι πρότινος ηλιόλουστο δωμάτιο βυθίζοντας το στην παγωνιά.   «Σήκω και φύγε, όπως είσαι», έπαιζε επαναλαμβανόμενα και ρυθμικά ταμπούρλο στο κεφάλι της κάνοντας τα μηνίγγια της να σφίγγονται, το σφυγμό της να χτυπάει δυνατά.    Ένιωσε εγκλωβισμένη, το μεγάλο της σπίτι τώρα της φαίνονταν στριμωγμένο κελί. Σήκωσε το κεφάλι και το μάτι της έπεσε στη μικρή υδρόγειο σφαίρα που στόλιζε το τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης.  Ναι, αυτό είναι. Η υδρόγειος.    Την πήρε στα χέρια της, τα γεμάτα κοψίματα και γρατζουνιές, και κλείνοντας τα μάτια της τη στριφογύρισε ελαφρά. Μετρώντας από μέσα της μέχρι το δέκα, ακούμπησε ένα δάχτυλό πάνω της,…