Τέχνη

Η εξαφάνιση της Μόνα Λίζα| Όλη η αλήθεια, δείτε το πριν το κατεβάσουν!

Μοιραστείτε το :

Χρόνια ατελείωτα με ζωγράφιζε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και παρόλ αυτά, με έκανε μια σταλιά.

Δεν πειράζει, άλλωστε, τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια.

Ήμουν περιζήτητη εξαρχής, και πριν καταλήξω στο Μουσείο του Λούβρου, έμενα στον Πύργο του Γάλλου ηγεμόνα Φραγκίσκου Α’ στο Φοντενεμπλό και στο ανάκτορο των Βερσαλλιών.

Μάλιστα, για καποιο διάστημα, δε θέλω να σας σοκάρω αλλά κοιμόμουν με τον Μεγάλο Ναπολέοντα και την Ιωσηφίνα στο υπνοδωμάτιό τους. Ω, ναι!

Ωραία η Γαλλία και τα γαλλικά φιλιά, τα κρουασάν, τα κρασιά και οι ωραίοι Σεφ…

Η Έμιλι in Paris θα σας τα έλεγε καλύτερα, που επίσης ήρθε για λίγο αλλά έκατσε πολύ!

Κάθομαι που λέτε και χαμογελώ καθημερινά στους επισκέπτες που με τη σειρά τους, σχολιάζουν το χαμόγελο μου, γιατί δεν ξέρουν ότι από μέσα μου τραγουδώ το nobody knows it but I ve got a secret smile and I use it only for you”

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το μεσημέρι της 21ης Αυγούστου του 1911, που γνώρισα εκείνον.

Που για χάρη μου, ρίσκαρε τα πάντα…

Κατάλαβα ότι ήταν Ιταλός πριν μου μιλήσει.

Μόνο ένας Ιταλός θα έδειχνε τόσο καλοντυμένος με μια φόρμα εργασίας.

«Τσάο Μπέλα» μου είπε. «Αρκετά με τους Γάλλους, δε νομίζεις; Ακόμα και η Έμιλυ έφυγε στον τελευταίο κύκλο. Πάμε να τη βρούμε;».

Του χαμογέλασα διάπλατα και τότε εκείνος μου σιγοτραγούδησε.

«Κάτω απ’ το πουκάμισό μου

Η καρδιά μου σβήνει

Κι αν το σφάλμα είναι δικό μου

Δείξε καλοσύνη»

Έλιωσα, ήμουν έτοιμη να ξεπεράσω τα όριά στα οποία με είχαν βάλει.

Αφέθηκα με εμπιστοσύνη στα χέρια του και περάσαμε μπροστά από έναν φύλακα που έπαιζε με το μουστάκι του και που ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση: «Πάει για μποτέ;»

Μέχρι να πάρουν χαμπάρι τι συνέβη, ήμασταν ήδη στην πατρίδα μου, την Ιταλία. Πόσο θα χαιρόταν ο Λεονάρντο…

Εν τω μεταξύ, το Λούβρο σφραγίστηκε. Οι πόρτες της Γαλλίας έκλεισαν. Οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, κι ο επιθεωρητής Λεπέν ανέλαβε την υπόθεση.

Μα εγώ;

Εγώ ήμουν ήδη σε μια γόνδολα στη Βενετία, ξαπλωμένη στο στήθος του Βιντσένζο μου.

Για πρώτη φορά, δεν με κοιτούσαν χιλιάδες μάτια, παρά μόνο τα δικά του.

Ρίχνοντας μια διακριτική ματιά στο φέισμπουκ της διπλανής και του διπλανού μου στη γόνδολα, ευτυχώς που όλοι ασχολούνταν με το κινητό τους και σκρόλαραν συνέχεια, διάβασα τα νέα που με αφορούσαν.

Η αστυνομία είχε συλλάβει τον ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ και τον Πάμπλο Πικάσο, ως υπόπτους για την κλοπή μου.

Αν είναι δυνατόν, ούτε ο Αστυνόμος Σαΐνης τέτοια γκάφα.

Έστειλα αμέσως μήνυμα στη σελίδα της Νουαζέτας, αν και έχουμε αιώνιο ντιμπέιτ για τα σοκολατάκια, ότι είναι αθώοι και να τους αφήσουν αμέσως ελευθερους.

Πράγματι, εκείνη έκανε ανάρτηση και ο Πικάσο αφέθηκε ελεύθερος την ίδια μέρα! Ωστόσο, ο Απολινέρ βγήκε πέντε μέρες αργότερα,

γιατί κάποιοι άφηναν σχόλια ότι δεν υπήρχαν κινητά στην εποχή μου και άρα δεν είμαι αξιόπιστη μαρτυρία…

«Μια αμόρε; Εσπρέσο μακιάτο πορ φαβόρε;» με ρωτούσε κάθε πρωί ο Βιντσέζο.

Καθημερινά πίναμε τον καφέ μας, απολαμβάναμε ένα τζελάτο και μετα το μεσημέρι μια πίτσα ή μία καρμπονάρα, από τις αυθεντικές, αυτές με το αυγό από πάνω, όχι με την κρέμα γάλακτος.

Δυο χρόνια κράτησε η κρυφή σχέση μας, μέχρι που αποφασίσαμε να μην κρυβόμαστε πια.

Κρατώντας με αγκαλιά, με οδήγησε σε μια γκαλερί και λογικό, πού να με πήγαινε στον ιππόδρομο;

Στην αρχή δεν πίστευαν ότι είμαι όντως η Μόνα Λίζα.

Αναγκάστηκα να δείξω ταυτότητα για να αποδείξω ότι είμαι η αληθινή Λίζα Γκεραρντίνι, σύζυγος του Φρανσέσκο ντελ Τζιοκόντο

Παρόλ αυτά, φώναξαν τους Καραμπινιέρους, τα κανάλια, τα σόσιαλ μίντια και το σι ες άι για να τους το βεβαιώσουν.

Πείστηκαν αλλά ήμουν πολύ διάσημη και σημαντική για να μείνω εκεί και μου είπαν ότι μπορεί το “θέλω” μου να βρίσκεται στην Ιταλία αλλά το “πρέπει” δείχνει Γαλλία.

Χιλιάδες Γάλλοι περνούσαν κάθε μερα μπροστά από την άδεια θέση μου στο Μουσείο και έκλαιγαν γοερά, λες και είχαν χάσει κάποιον δικό τους.

Και μετά λένε ότι ουδείς αναντικατάστατος…

Να σας πω και την αλήθεια μου, το είχα πεθυμήσει λίγο.

Τόσα χρόνια εκεί είχε γίνει το σπίτι μου. Και οκέι, θα το παραδεχτώ, είχα συνηθίσει να με θαυμάζουν χιλιάδες χιλιάδων μάτια, μου είχε λείψει η προσοχή που είχα.

Μπήκα στο όριέν εξπρές και μαζεύτηκαν εξήντα χιλιάδες άτομα να με αποχαιρετήσουν.

Τον Βιντσέζο δεν τον τιμώρησαν αυστηρά.

Η κοινή γνώμη ήταν υπέρ του και τα δικαστήρια των Σόσιαλ Μίντια αποφάνθηκαν ότι η πράξη του ήταν πατριωτική, αφού το βασικό του κίνητρο ήταν να φέρει τη Μόνα Λίζα στην πατρίδα της.

Φυσικά κατέθεσα κι εγώ ως μάρτυρας υπεράσπισης και απαίτησα να μην τον πειράξουν.

Από τότε, δηλαδή το 1914, βρίσκομαι στο μουσείο του Λούβρου.

Μου έχουν βάλει και έξτρα προστασία καθώς κι έναν μπόντιγκαρντ, που φέρνει λίγο στον Κέβιν Κόστνερ, που ας μου εξηγήσει κάποιος γιατι η Γουίτνι η Χιούστον δεν τα έφτιαξε μαζί του σε εκείνη την ταινία.

Μου έβαλαν και πινακίδα «μην αγγίζετε» και έτσι περνά ο καιρός, με εσάς να με θαυμάζετε κι εγω να σας χαμογελω, αλλά όχι με το χαμόγελο που έχω μόνο για τον Βιντσέζο!

Οκέι, ίσως και για τον μπόντιγκαρντ…

About Author

Μοιραστείτε το :