-
Ο Gustav Klimt, η Emilie Flöge και η πριγκίπισσα Sissi
«Emilie;» τη φώναξε με λαχτάρα μπαίνοντας στο σπίτι και παρατώντας τη βαλίτσα του στη μέση του σαλονιού. «Είναι στη λίμνη θείε Gustav, σχεδιάζει ρούχα», τον ενημέρωσε η κόρη του αδερφού του. Το 1891 ο αδερφός του Gustav Klimt και η αδερφή της Emilie Flöge παντρεύτηκαν με παράνυφους τον Gustav και την Emilie! Στον γάμο -και κυρίως στο πάρτι άφτερ- οι δυο τους ήρθαν πολύ κοντά και, αν και δεν το περίμεναν τότε, συνδέθηκαν για είκοσι επτά χρόνια, που τα λες και μια ζωή. Μπορεί εκείνος να ήταν… άτακτος ας τον πούμε έτσι, και δεσμοφοβικός; με ερωτηματικό ή απλώς πολυγαμικός ρε αδερφέ, αλλά η Emilie είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά του,…
-
Η κουνιάδα του Βαν Γκογκ, τον έκανε γνωστό!
Η Jo, μετά τον θάνατο του άντρα της του Τεό, δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο πανάκριβο Παρίσι. Τα ενοίκια ήταν τόσο ψηλά, που μόνο η Άννα Βίσση και ο Νίκος Καρβέλας θα μπορούσαν να τα πληρώσουν, κρίνοντας από τις αμοιβές τους στις συναυλίες! Σούπερ μάρκετ, ΔΕΗ και τα σχετικά, επίσης ήταν στον Θεό, οπότε αποφάσισε να πάει στην επαρχία που τα πράγματα ήταν ακόμα ανθρώπινα. Και μάλιστα στην επαρχία της δικής της χώρας. Ακόμα καλύτερη ιδέα αυτή… Άλλωστε, it takes a village να μεγαλώσεις ένα μωρό! Κι εκείνη είχε ένα, τον Βίνσεντ, που του είχαν δώσει το όνομα του θείου του, που είχε φύγει πρόωρα και τραγικά. Πού να…
-
American Gothic, Βάνα Μπάρμπα και το σημάδι του Έρωτα
«Αδερφή, θέλω να μου ποζάρεις για έναν πίνακα που θέλω να φτιάξω» φώναξε ο Grant Wood μπαίνοντας στο δωμάτιο της αδερφής του με τη φόρα της έμπνευσης. «Άλλο πάλι κι τούτο» ξαφνιάστηκε εκείνη. «Όχι σόλο όμως! Μαζί με τον οδοντίατρό μου» ολοκλήρωσε το prompt εκείνος. «Τον McKeeby; Αυτός είναι 100 χρόνια μεγαλύτερός μου! Δεν μπορείς να μου βρεις κανένα καλύτερο;» «Είναι ιδανικός για τον πίνακα, έτσι όπως τον έχω φανταστεί. Λέγε, ναι ή όχι;» «Σαν τι θα ποζάρω; Ποιο είναι το theme;» «Σαν αγρότισσα» «Ε, φέρε μου έναν Κώστα Σόμμερ των 90s! Μπας και έρθει αυτή η αγάπη από μακριά επιτέλους, που σαν βγήκε για τον πηγαιμό προς την Ιθάκη…
-
Η μπουγάδα της Μπερτ Μοριζό!
Η Μπερτ Μοριζό ήταν ήδη έναν χρόνο παντρεμένη με τον αδερφό του Εντουάρ Μανέ και μπορούσε πλέον να ζωγραφίζει όσο συχνά ήθελε χωρίς να το κάνει κρυφά – όπως συνήθιζε στο πατρικό της. «Πέισι;» φώναξε την υπηρέτριά της. «Μάλιστα, κυρία;» «Σου έχω πει χίλιες φορές να με λες Μπερτ. Να έρθω μαζί σου στο πλύσιμο των ρούχων;» «Είναι πρέπον;» «Ουδόλως με απασχολεί! Θέλω να ζωγραφίσω την μπουγάδα σας» «Νόμιζα ότι οι ζωγράφοι προτιμούσαν ιστορικά ή μυθικά θέματα…» «Εγώ είμαι ιμπρεσιονίστρια, θέλω να αποτυπώσω την εποχή μου! Το άπλωμα των ρούχων με φόντο τις καμινάδες των εργοστασίων είναι η τέλεια απεικόνιση της Γαλλίας που αλλάζει και εκβιομηχανίζεται» «Ας βιαστεί λίγο με…
-
Ο Χουάν Μιρό δεν είχε ύπνο
Ο Χουάν Μιρό κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του σπιτιού του Νταλί που οδηγούσαν στην έρημη, σκοτεινή παραλία του Καδακές. Δεν είχε ύπνο. Άφησε τα κροκς του στην αμμουδιά και προχώρησε προς τη θάλασσα. Για λίγο, το κύμα έσκαγε απαλά στα πόδια του όσο εκείνος χάζευε τον έναστρο ουρανό. Μετά έσκυψε, πήρε ένα θαλασσόξυλο από κάτω και άρχισε να χαράζει πάνω στην υγρή άμμο. Στην αρχή έφτιαξε έναν κύκλο κι έπειτα μια γραμμή που κατευθυνόταν προς τα αστέρια. Πρόσθεσε ένα μάτι, ένα πουλί και ό,τι αλλο του ερχόταν αυθόρμητα, χωρίς σκέψη . Ήξερε ότι το επόμενο πρωί το κύμα θα είχε σβήσει το σχέδιό του, αλλά, ούτως ή άλλως, μόνο το…
-
Ένα σουρεαλιστικό καλοκαίρι
Ήταν αποκαλόκαιρο και ο Σαλβαδόρ Νταλί με τον Ρενέ Μαγκρίτ, ζωγράφιζαν στο μπαλκόνι του σπιτιού του Νταλί στο Καδακές της Ισπανίας, πίνοντας ροζ σαγκουίνι με βότκα. Μαζί τους ήταν επίσης ο ποιητής Πολ Ελυάρ με τη σύζυγό του, Γκαλά -που ακόμα δεν γνώριζαν ότι η δεύτερη θα ερωτευθεί τον Νταλί και θα γινει τα πάντα όλα του- και τον Χουάν Μιρό, που θα μπορούσα και να μην τους αναφέρω, γιατί δεν παίζουν κάποιον ρόλο στην ιστορία μας. Ένιγουέι, ο ήλιος έκαιγε εκείνο το σουρεαλιστικό μεσημέρι αλλά η έμπνευση των δύο ζωγράφων έκαιγε ακόμα περισσότερο και τα πινέλα έπαιρναν φωτιά αποτυπώνοντάς την στους καμβάδες γύρω τους. «Πάλι καλυμμένα πρόσωπα και μάλιστα…
-
Κλέψανε τον Ρενουάρ!
Ο Ρενουάρ πήγαινε πάνω κάτω στο σαλόνι και σκεφτόταν πώς θα το έλεγε στη γυναίκα του που από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν. Δεν ήθελε να την ταράξει. Περίμενε το δεύτερο παιδί τους και, ευτυχώς, που εκείνο το Σαββατοκύριακο έλειπε στους γονείς της μαζί με τον γιο τους. «Άλις;» της φώναξε μόλις άκουσε τα κλειδιά της στην πόρτα. «Ρένο μου;» τον ρώτησε με απορία εκείνη, μπαίνοντας στο σπίτι. «Τι συμβαίνει;» «Αγάπη μου, πάθαμε Τζοκόντα…» προσπάθησε να της το φέρει μαλακά εκείνος, σκάζοντας ένα αμήχανο μειδίαμα. «Δηλαδή; Γιατί με κοιτάς με αυτό το αινιγματικό χαμόγελο;» «Πλάκα πλάκα, παίζει να μου στράβωσε λίγο το στόμα από το σοκ…» «Τι έγινε βρε αγάπη…
-
Ο Έγκον Σίλε είχε μέντορα τον Κλιμτ
Ο δεκαεπτάχρονος Έγκον Σίλε περίμενε στο σοκάκι, σφίγγοντας νευρικά το ντοσιέ κάτω από τη μασχάλη του. Όταν η επιβλητική σιλουέτα του Γουστάβου Κλιμτ εμφανίστηκε, έκανε ένα βήμα μπροστά, κόβοντάς του τον δρόμο. «Έχετε ένα λεπτό να σας μιλήσω για τα έργα μου;» τον ρώτησε, κάνοντάς τον να αναπηδήσει από το ξάφνιασμα. Πριν ο μεγαλύτερος ζωγράφος της πόλης προλάβει να προσπεράσει, ο Σίλε άνοιξε το ντοσιέ με τα σχέδιά του και τα έβαλε στα χέρια του. «Έχω ταλέντο;» τον ρώτησε, με μια φωνή που ταλαντευόταν ανάμεσα στο θράσος και την αγωνία. Τα δάχτυλα του Κλιμτ προσπέρασαν τα πρώτα φύλλα αργά. Έβγαλε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας του από την τσέπη της κελεμπίας…
-
Στο άπειρο πουά και τους καθρέφτες ψυχής της Γιαγιόι Κουσάμα
Στην κουζίνα της οικογένειας Κουσάμα, το νερό στην κατσαρόλα για το ράμεν είχε αρχίσει να κοχλάζει. Η δεκάχρονη Γιαγιόι στεκόταν δίπλα στη μητέρα της, τη Σιγκέρου, η οποία τεμάχιζε λαχανικά με γρήγορες, κοφτές κινήσεις. «Μαμά, βλέπω συνέχεια κουκίδες. Καλύπτουν το τραπέζι, τους τοίχους, εσένα…» Η Σιγκέρου δεν σταμάτησε το μαχαίρι της. Το μυαλό της ήταν αλλού και θολό από την οργή για τον σύζυγό της, τον Καμόσου. «Να σε πάμε σε οφθαλμίατρο» απάντησε μηχανικά. «Να με γράψετε σε ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι, ίσως;» ψιθύρισε για πολλοστή φορά η μικρή την επιθυμία της. Η Σιγκέρου άφησε το μαχαίρι με έναν δυνατό γδούπο. «Αν έχεις παραισθήσεις να σε πάμε στο Δαφνί! Προς το…
-
Κυριακάτικο απόγευμα στο νησί
«Μην επιμένεις Ντεγκά. Δεν παίζει δίπλα στους δικούς μας πίνακες να βάλουμε τις πιτσιλιές του Σερά». «Καλά σου λέει ο Μονέ», συμφώνησε και ο Ρενουάρ. «Δεν έχει καμία δουλειά ο Σερά στην Έκθεση του Σαλόν!» «Πιστεύω ότι τον αδικείτε. Ιδίως εκείνο το “Κυριακάτικο απόγευμα στο νησί”, που φτιάχνει τώρα, θα είναι αριστούργημα!» «Ποιο νησί;» «Ε, ποιο νησί κι εσύ… Τον Αη Στράτη, οκέι τώρα;» «Αφού κι εσύ τον κοροϊδεύεις μωρέ… “Συμβολαιογράφο” δεν τον αποκαλείς;» «Άλλο τον πειράζω, κι άλλο τον αδικώ!» Πράγματι του είχε βγάλει αυτό το παρατσούκλι λόγω της σοβαρότητας, της αυστηρής πειθαρχίας και του απόλυτα μεθοδικού τρόπου που δούλευε αλλά και του dress code του. Φορούσε πάντα σκούρα…


























