Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στούρτζα αγαπήθηκαν βαθιά
«Ιωάννη; Εδώ, αυτοκράτειρα Ελισάβετ. Χρόνια πολλά για τη γιορτή σου! Θέλω να σε καλέσω για μπραντς, αύριο το πρωί. Σου έχουμε και ένα δώρο με τον Αλέξανδρο!»
«Ευχαριστώ πολύ. Θα πάρω τον πρωινό δρομολόγιο του προαστιακού για Πετρούπολη και κατά τις 11 θα είμαι εκεί»
«Θαυμάσια. Θα πούμε τα υπόλοιπα από κοντά»
Ο Ιωάννης Καποδίστριας έκλεισε το τηλέφωνο χαμογελώντας ευχαριστημένος.
Δεν είχε γίνει ακόμα ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, ήταν ένας Κερκυραίος γιατρός, αριστούχος της Πάδοβας, που είχε όμως ήδη προλάβει να ασχοληθεί με την πολιτική.
Το ένιωθε, το 1809 θα ήταν η χρονιά του. Μάντευε το δώρο του, λογικά, ο Τσάρος Αλέξανδρος θα του πρότεινε επίσημα μια θέση στο διπλωματικό σώμα.
Θα είχε δει στο προφίλ του στο λίνκεντιν ότι είχε βάλει την επιλογή «οπεν του γουόρκ».
Αυτό που δεν φανταζόταν, ήταν ότι στο μπραντς θα παρευρισκόταν κι ένα άτακτο φτερωτό αγγελάκι με βέλη, που θα του κάρφωνε ένα στο δόξα πατρί. Και μετά, θα στόχευε την Ρωξάνδρα Στούρτζα, την κυρία επί των Τιμών στη ρωσική Αυλή.
Η εμφάνιση, το κοφτερό μυαλό της και η μόρφωσή της τον σκλάβωσαν.
Ξεκίνησαν να μιλάνε, για πολιτική, για λαούς, για την Ελλάδα, το μπραντς έγινε μεσημεριανό και αργότερα, δείπνο.
Δεν κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Παραλίγο να φύγει χωρίς να απαντήσει στον Τσάρο αν αποδέχεται τη θέση του επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του αρχιστράτηγου των ρωσικών δυνάμεων.
«Ο Καποδίστριας είναι ένας από τους ανθρώπους των οποίων η γνωριμία συνιστά ορόσημο», τουίταρε η Ρωξάνδρα το ίδιο βράδυ. Δε μάσησε τα λόγια της, ούτε ακολούθησε κάποια στρατηγική για να του τραβήξει το ενδιαφέρον.
Και αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος να εντυπωσιαστεί ο Ιωάννης. Είχε βαρεθεί τα mind games.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι το τάιμινγκ, ήταν ανελέητο.
Μπορεί το 1817 που πληροφορήθηκε για τα επαναστατικά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας να αρνήθηκε να αναλάβει την ηγεσία της για την προετοιμασία της ελληνικής εξέγερσης αλλά με το που έγινε, έκανε τα πάντα να πείσει τον Τσάρο να βοηθήσει.
Κι όταν τον πρότειναν για κυβερνήτη, δέχθηκε τη θέση, με όλη του την καρδιά.
Δεν υπήρχε χώρος και χρόνος για έρωτες.
Στις 6 Ιανουαρίου 1828 έφτανε στο Ναύπλιο ως ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, αποφασισμένος να φτιάξει ένα κράτος από το μηδέν.
Νυχθημερόν δούλευε για να οργανώσει τη διοίκηση, τα σχολεία, να κόψει το πρώτο εθνικό νόμισμα, να ιδρύσει την πρώτη εθνική τράπεζα, να φτιάξει τακτικό στρατό.
Ο συγκεντρωτικός τρόπος τον έφερε σε προστριβές με τους τοπικούς αξιωματούχους και στην απόλυτη βεβαιότητα ότι δε θα μπορούσε να είναι οικογενειάρχης και να αφιερώνει χρόνο σε σύζυγο και παιδιά, αφού 24/7 ασχολούνταν με την πατρίδα.
Η Ρωξάνδρα φαντάζομαι θα ήλπιζε και θα περίμενε, μέχρι που την πιέσανε από την αυλή να παντρευτεί τον κόμη Άλμπερτ, που δεν ήταν κανάς τυχαίος αλλα ξάδελφος της αυτοκράτειρας Ελισάβετ.
«Παντρέψου τον» της έδωσε τη “χαριστική βολή” ο Ιωάννης, που είχε βάλει το καθήκον πιο πάνω από την προσωπική του ζωή. «Κάνε οικογένεια, δεν μπορώ να στο στερήσω. Ρόξι, είμαι δεσμευμένος με την Ελλάδα. Παιδιά μου είναι όλοι οι Έλληνες», της εξήγησε αυτό που εκείνη ήδη ήξερε.
Με το που έκλεισε το τηλέφωνο, ο Ιωαννης παρήγγειλε στον Λαλαούνη ένα δαχτυλίδι που απεικόνιζε μια πεταλούδα, σύμβολο της ψυχής, να καίγεται στις φλόγες και της το έστειλε με κούριερ.
Εκείνη δεν το έβγαλε ποτέ από το δάχτυλό της και να σημειωθεί στα πρακτικά ότι παντρεύτηκε τον Κόμη, αλλά δεν ήταν και πολύ πετυχημένος γάμος.
Λίγες μέρες αργότερα, ο Ιωάννης, βγαίνοντας από το φτωχικό σπιτάκι του να πάει μια βόλτα να ξεμουδιάσει, είδε μια ειδοποίηση από γνωστότατο κούριερ που έλεγε ότι δεν τον βρήκαν και ότι έχει πακέτο.
«Μα, μέσα ήμουν και δούλευα, δε χτύπησε κουδούνι» σκέφτηκε αλλά έβαλε το καπέλο του και πήγε στο κοντινότερο κατάστημα.
Το πακέτο ήταν κάμποσα τσουβάλια με πατάτες.
«Δώρο για σένα και την πατρίδα» διάβασε στο σημείωμα της Ρωξάνδρας.
Πήρε τηλέφωνο να την ευχαριστήσει αλλά και για να ακούσει τη φωνή της. Του είχε λείψει τόσο πολύ…
«Ρόξι μου, το τελευταίο που λείπει στους Έλληνες είναι η βότκα», της είπε με το που το σήκωσε.
«Δεν στις έστειλα για να τις κάνεις βότκα, αλλά τηγανιτές»
«Χμ, δεν τις ξέρουν και δε θα τις δοκιμάσουν…»
«Και οι Ρώσοι, αρχικά δεν τις θέλανε και τις αποκαλούσαν «μήλα του διαβόλου», μετά όμως που κατάλαβαν, ότι ήταν φθηνή και θρεπτική τροφή και ότι από αυτές παρασκευάζεται και η βότκα, την λάτρεψαν. Και οκέι, ποιος μπορεί να αντισταθεί στις τηγανιτές πατάτες;»
«Εγώ να τις τηγανίσω αλλά δεν ξέρω πώς θα τους καταφέρω να δοκιμάσουν»
«Αν μια πατάτα μπορεί να γίνει βότκα, σίγουρα μπορείς να τα καταφέρεις και εσύ!».
Φαστ φόργουορντ, γιατί ξεπερνάμε ακόμα μία φορά τις χίλιες λέξεις, ο Ιωάννης προσπάθησε να κάνει ανμπόξινγκ τα τσουβάλια αλλά το κοινό δεν συγκινήθηκε, τα πέταξε στα σκουπίδια.
Πέρασε λοιπόν στο πλαν Μπι, μιμούμενος το ίδιο κόλπο που είχαν κάνει άλλοι πριν από αυτόν στην Πρωσία και τη Γαλλία, και έβαλε σεκιούριτι να φυλάνε τα πολύτιμα τσουβάλια, έχοντας δώσει οδηγίες να κάνουν τα στραβά μάτια.
Μέσα σε μια εβδομάδα δεν είχε μείνει ούτε μια πατάτα…
«Ιωάννη, ωραία ιδέα αυτό με τις πατάτες, κακή ιδέα να φυλακίσεις τον Πετρόμπεη» του είπε η Ρωξάνη σε κάποιο επόμενο τηλέφωνο.
Είχαν διατηρήσει συχνή συχνότατη επαφή και μιλούσαν όπως πάντα, για τα πάντα.
«Ο Πέτρος, ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αρχηγός των Μανιατών, έχει προσφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά για την Ελληνική Επανάσταση, πολέμησε γενναία, δεν ξέρω..» πρόσθεσε.
«Στόχος μου, το ξέρεις καλά, είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα, δε γίνεται να υπάρχουν κατά τόπους…ηγεμόνες»
«Σκέψου το ξανά, βάλε νερό στο κρασί σου ή στη βότκα σου, χωρίς αυτόν και τους Μανιάτες ο αγώνας μπορεί να είχε άλλη έκβαση και σου θυμίζω ότι σε είχε στηρίξει στην αρχή»
«Το κράτος είναι φτωχό και χρεωμένο, δεν μπορώ να του δώσω αυτά που ζητάει. Εγώ δεν παίρνω καν μισθό, και το ξέρουν ο πάντες»
«Τα πήγαινε -έλα του αλυσοδεμένου Πετρόμπεη στους δρόμους του Ναυπλίου, δεν τα βλέπω σωστά», επέμενε η Ρωξάνη.
«Κρύβεται πίσω από διάφορα συκοφαντικά άρθρα σε αγγλογαλλικές εφημερίδες»
«Ο ένας έδωσε την ψυχή του για την απελευθέρωση και ο άλλος για την ανασυγκρότηση του κράτους, λέω να τα βρείτε» δεν τα παρατούσε εύκολα.
«Δεν το βλέπω»
«Κι εγώ δε σε βλέπω να ζεις τα χρόνια που θα ζήσω» μονολόγησε εκείνη.
Καταλάβαινε ότι ο Ιωάννης και ο Πέτρος ήταν δυο άνδρες που ζούσαν διαφορετικές εποχές στην ίδια χώρα.
«Το ξέρω, γι’ αυτό σου ζητάω να προσεύχεσαι για μένα. Κανένα άλλο νέο, έχεις;» προσπάθησε να στρέψει αλλού την κουβέντα.
«Θα γίνεις ταινία του Σμαραγδή και θα ξεσπάσει πόλεμος στα σόσιαλ για το αν είναι καλή ή πατάτα»
«Δηλ, θα τα έχουμε καταφέρει και θα έχουμε Φερστ γουόρντ πρόμπλεμς, που λένε και στο εξωτερικό» γέλασε εκείνος.
Την επόμενη Κυριακή, πηγαίνοντας στην εκκλησία, βρήκε το τέλος από το γιο και τον αδερφό του Πετρόμπεη.
Όταν η Ρωξάνδρα, έμαθε τα νέα λιποθύμησε και ποτέ δεν συνήλθε εντελώς.
ΥΓ: Οι παραπάνω διάλογοι και τα σκηνικά είναι μυθοπλασία, υπάρχουν αναχρονισμοί κλπ, δείτε τις πληροφορίες της σελίδας για τυχόν απορίες. Οι πληροφορίες που μεταφέρονται είναι γεγονότα.
ΥΓ2: Δεν έχω δει την ταινία, ξέρω ότι κάποιοι τσακώνονται και δεν καταλαβαίνω γιατί! Εύχομαι να μην τσακωθούμε και ατα σχόλια!
About Author


