Τέχνη

Ο Έγκον Σίλε είχε μέντορα τον Κλιμτ

Μοιραστείτε το :

Ο δεκαεπτάχρονος Έγκον Σίλε περίμενε στο σοκάκι, σφίγγοντας νευρικά το ντοσιέ κάτω από τη μασχάλη του. Όταν η επιβλητική σιλουέτα του Γουστάβου Κλιμτ εμφανίστηκε, έκανε ένα βήμα μπροστά, κόβοντάς του τον δρόμο.

«Έχετε ένα λεπτό να σας μιλήσω για τα έργα μου;» τον ρώτησε, κάνοντάς τον να αναπηδήσει από το ξάφνιασμα.

Πριν ο μεγαλύτερος ζωγράφος της πόλης προλάβει να προσπεράσει, ο Σίλε άνοιξε το ντοσιέ με τα σχέδιά του και τα έβαλε στα χέρια του.

«Έχω ταλέντο;» τον ρώτησε, με μια φωνή που ταλαντευόταν ανάμεσα στο θράσος και την αγωνία.

Τα δάχτυλα του Κλιμτ προσπέρασαν τα πρώτα φύλλα αργά. Έβγαλε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας του από την τσέπη της κελεμπίας του για να μελετήσει τις κοφτές, νευρικές γραμμές.

«Ναι, πάρα πολύ», του είπε ειλικρινά, στέλνοντας τον νεαρό στον 7ο ουρανό.

Έκτοτε εκείνο το απρόοπτο της ημέρας του Κλιμτ τον έκανε μέντορα και προστάτη του μικρού.

Αγόραζε τα έργα του, του σύστηνε τους πελάτες του, του δάνειζε τα μοντέλα του και, μάλιστα, ένα από αυτά, η Βάλι Νόιζιλ, έγινε το κορίτσι και η μούσα του.

«Το κορίτσι με τις μαύρες κάλτσες», όπως την αποκαλούσε όλη η Βιέννη.

Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1912, ο Κλιμτ με προθυμία πήγε ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του προστατευόμενού του.

Τον είχαν κατηγορήσει για αποπλάνηση, ενώ εκείνος είχε μάτια μόνο για τη Βάλι, και ότι ζωγράφιζε ακαταλλήλως και εκ του πονηρού.

Ο Σίλε στεκόταν στο εδώλιο, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη, αλλά όταν είδε τον μέντορά του, χαλάρωσε.

Το κύρος του Κλιμτ ήταν αδιαμφισβήτητο, αν και είχε κατηγορηθεί και εκείνος για π0ρvογραφία με το «Φιλί» του.

Πράγματι, η παρουσία του επηρέασε θετικά την έκβαση της δίκης και την απόφαση των ενόρκων.

«Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από τις κατηγορίες της απαγωγής και της αποπλάνησης», φώναξε εν τέλει ο δικαστής, χτυπώντας το σφυρί στο έδρανο.

Ο Σίλε ανάσανε με ανακούφιση, η οποία όμως κράτησε μόνο μια στιγμή.

Ο δικαστής σηκώθηκε, κρατώντας στα χέρια του κάποια από τα γυμνά σχέδιά του που είχαν κατασχεθεί από το ατελιέ.

«Παραμένει όμως η κατηγορία της έκθεσης άσεμνων σχεδίων σε χώρο προσβάσιμο από ανηλίκους».

«Είναι τέχνη!» φώναξαν με μια φωνή Σίλε και Κλιμτ, κάνοντας ένα βήμα μπροστά.

Ο δικαστής τους αγνόησε. Άλλωστε, ποτέ δεν συμπάθησε τον σαρδανάπαλο τον Κλιμτ, που φαίνεται ότι είχε παρασύρει στον βούρκο και τον νεαρό Σίλε.

Πλησίασε το αναμμένο τζάκι της δικαστικής αίθουσας και έριξε τα σχέδια στις φλόγες.

«Αυτή η τέχνη δεν έχει θέση στην κοινωνία μας, κύριε Σίλε. Είκοσι τέσσερις ημέρες φυλάκιση», του είπε χωρίς να γυρίσει καν το κεφάλι του να τον κοιτάξει.

Το επόμενο πρωί, στο σιδερένιο παράθυρο του κελιού, εμφανίστηκε η Βάλι.

«Χρειάζεσαι βιταμίνες», ψιθύρισε, σπρώχνοντας ανάμεσα στα κάγκελα ένα μικρό πορτοκάλι.

Ο Σίλε το πήρε στα χέρια του, παρατηρώντας το έντονο χρώμα του σε σύγκριση με το γκρίζο κελί του.

«Τι ωραία επίσκεψη», αναφώνησε και η Βάλι χάρηκε, επειδή δεν ήξερε ότι εκείνος εννοούσε την έμπνευσή του.

«Το μόνο φως εδώ μέσα, Βάλι», μουρμούρισε, παίρνοντας το πινέλο και τα χρώματα που του είχε δώσει, μπαίνοντας στο κελί, ένας φύλακας-θαυμαστής.

Εκείνη έφυγε χωρίς να καταλάβει αν εννοούσε την ίδια ή το πορτοκάλι.

Όταν εκείνος το ζωγράφισε και της το έδειξε την επόμενη ημέρα, πήρε την απάντησή της, αλλά δεν ενοχλήθηκε.

Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Μπορούσε να τον μοιραστεί με την Τέχνη του. Άλλωστε, έτσι τον είχε γνωρίσει.

Τρία χρόνια αργότερα, πήγαινε να τον συναντήσει στο αγαπημένο τους στέκι, ένα μποέμ καφέ.

Εν τω μεταξύ, η φυλακή ήταν παρελθόν, η φήμη του είχε αρχίσει να μεγαλώνει και η επιθυμία του για καταξίωση ήταν ο μεγάλος καημός του.

Η Βάλι τον στήριζε με όλο της το είναι, του πόζαρε όπως εκείνος ήθελε και του έδινε κουράγιο.

«Πρέπει να μιλήσουμε», της είπε με το που έκατσε δίπλα του.

Η Βάλι γνώριζε, όπως όλοι μας, τι σήμαινε αυτή η ατάκα.

Μέχρι εκείνος να ξεκινήσει να μιλάει, κρατούσε την αναπνοή της.

«Πρέπει να γίνω αποδεκτός, Βάλι. Η κοινωνία της Βιέννης δε θα μας δεχτεί ποτέ μαζί. Θα παντρευτώ την Έντιθ Χαρμς. Είναι από καλή οικογένεια», της είπε με μια ανάσα. Ήθελε να το βγάλει από μέσα του το γρηγορότερο.

«Και εγώ;» Απορούσε πώς μπορούσε να αρθρώσει ακόμα. Ένιωθε σαν να είχε φάει μια σφαίρα.

«Δεν θέλω να σε χάσω», της είπε, πιάνοντας τα χέρια της πάνω στο τραπέζι.

«Έχω αισθήματα και για εκείνη, Βάλι, το ομολογώ. Πάντα ήμουν ειλικρινής μαζί σου.
Αλλά ο γάμος μαζί της θα μου δώσει και αυτό που ξέρεις ότι έχω ανάγκη…την αποδοχή της κοινωνίας. 

Κάθε καλοκαίρι, όμως, θα μπορούσαμε να φεύγουμε μαζί. Λίγες εβδομάδες οι δυο μας, μακριά από όλους. Όπως πριν».

Η Βάλι τον κοίταξε στα μάτια. Δεν υπήρχαν δάκρυα. Το σοκ της δεν τα άφηνε να κυλήσουν.

«Παρτ τάιμ λάβερς, Έγκον;»

Σηκώθηκε από την καρέκλα της.

«Βάλι, περίμενε…»

Εκείνη δεν γύρισε πίσω.

Βγήκε από το καφέ και ο ήχος από τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε από εκείνη.

Εκείνος επέστρεψε με βαριά βήματα στο ατελιέ του.

Η Έντιθ, η μέλλουσα γυναίκα του, στεκόταν κοντά στο παράθυρο, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο μεταξωτό της φόρεμα.

«Άλλαξες γνώμη;» τη ρώτησε εκείνος, πιάνοντας το πινέλο του.

«Όχι, Έγκον. Δεν πρόκειται να βγάλω τα ρούχα μου».

«Θα γίνεις η γυναίκα μου, Έντιθ», της είπε, προσαρμόζοντας το καβαλέτο. «Πρέπει να με αφήσεις να ζωγραφίσω το σώμα σου».

«Δε θα γίνω άλλο ένα γυμνό σχέδιο που θα σχολιάζει η Βιέννη. Θα με ζωγραφίσεις με τα ρούχα μου, όπως αρμόζει σε μια κυρία. Και αυτό άλλη φορά, γιατί με περιμένουν για τσάι οι φίλες μου. Άργησες να επιστρέψεις», του είπε και έφυγε.

Το πινέλο του Σίλε έπεσε κάτω.

Κοιτάζοντας το άδειο ατελιέ, συνειδητοποίησε ότι είχε ανταλλάξει ένα κομμάτι του πάθους και της ελευθερίας του με την καταξίωση της καλής κοινωνίας.

Όμως η αλήθεια ήταν πιο περίπλοκη και ήταν αυτή που αποκάλυψε στη Βάλι.

Δε θα παντρευόταν την Έντιθ μόνο για το όνομα και την κοινωνική της θέση. 

Ήταν, όμως, ένας γάμος που του πρόσφερε ταυτόχρονα αυτό που λαχταρούσε.

Μπορούσε άραγε κανείς να αγαπά δύο γυναίκες ταυτόχρονα;
Διαφορετικά αλλά ταυτόχρονα;

Ίσως ναι. Το θέμα είναι τι κάνεις με αυτή τη διαπίστωση, τι επιλέγεις τελικά.

Γεμάτος τύψεις και αναστεναγμό, ξεκίνησε να δουλεύει έναν άλλο πίνακα.

Ζωγράφισε δύο σώματα αγκαλιασμένα μέσα σε ερείπια. Η γυναίκα είχε τα μαλλιά της Βάλι, ενώ η ανδρική φιγούρα παρέπεμπε στον θάνατο.

Ήταν το αντίο του, η καλλιτεχνική τελεία για τη σχέση του με τη Βάλι.

Ο γάμος με την Έντιθ έγινε και δεν ήταν ένας γάμος χωρίς αγάπη. 

Ο Σίλε δέθηκε μαζί της, τη ζωγράφισε ξανά και ξανά και η ίδια στάθηκε στο πλευρό του σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του.

Η μοίρα, όμως, είχε ήδη αρχίσει να υφαίνει το τέλος τους.

Τον Οκτώβριο του 1918 η Ισπανική Γρίπη θέριζε την πόλη.

Στο κρεβάτι, η Έντιθ ανάσαινε βαριά, στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της.

«Έγκον… πού είσαι… κρυώνω…» του ψιθύρισε.

Ο Σίλε καθόταν στην άκρη του κρεβατιού με ένα μπλοκ ζωγραφικής στα γόνατα. Τα δάχτυλά του έτρεμαν καθώς τραβούσε τις τελευταίες γραμμές του προσώπου της.

«Είμαι εδώ, Έντιθ. Σχεδιάζω… είμαι εδώ».

Η Έντιθ δεν άντεξε πολύ.

Τρεις μέρες αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου, ο Σίλε την ακολούθησε στα είκοσι οκτώ του χρόνια.

Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, ο νεαρός που κάποτε έκοβε τον δρόμο του Κλιμτ σε ένα σοκάκι της Βιέννης, κατάφερε να αφήσει το αποτύπωμά του στον χώρο της Τέχνης.

Έζησε γρήγορα, αγάπησε παράφορα, προκάλεσε την κοινωνία του και άφησε πίσω του έργα που εξακολουθούν το 2026 να “μιλούν” σε μια Νουαζέτα και όχι μόνο.

ΥΓ: Οι διάλογοι και τα σκηνικά είναι μυθοπλαστική αναπαράσταση πραγματικών γεγονότων. Τα πρόσωπα, οι ημερομηνίες και τα βασικά περιστατικά βασίζονται σε ιστορικές πηγές!

About Author

Μοιραστείτε το :