Η Georgia O Keeffe ήταν ξεχωριστή, όπως και τα λουλούδια της
«Δεν έχεις ιδέα πόσο διάσημος είναι, μαμά. Έχει εκατομμύρια followers. Είσαι πανάσχετη» φώναζε η Τζώρτζια όσο η μητέρα της βούρτσιζε ατάραχη την ράχη των αλόγων τους.
«Ας είναι και ο Πάπας της φωτογραφίας. Είναι πολύ μεγάλος για σένα» της απάντησε χωρίς να υψώσει τη φωνή της.
«Δεν είμαι μωρό! Είμαι είκοσι οχτώ χρονών και θα κάνω ό,τι θέλω»
«Όχι όσο μένεις στο σπίτι μου» φώναξε τελικά και εκείνη.
«Οι φωνές σας ακούγονται σε όλη τη φάρμα» είπε ο μεγάλος αδερφός ξεπροβάλλοντας στην πόρτα του σταύλου.
«Η αδερφή σου θέλει να πάει στη Νέα Υόρκη. Να συναντήσει ένα γέρο που της έχει πει ότι θα προωθήσει τους πίνακές της» είπε η μητέρα τους με τα χέρια στη μέση.
«Ο Άλφρεντ δεν είναι γέρος, 52 ετών είναι μόνο» αντέδρασε φουρκισμένη η Τζώρτζια.
«Ε, δεν το λες και μόνο» σχολίασε ο αδερφός της.
«Μόνο με νέους συναναστρέφεται, είναι πολύ μοντέρνος και έχει σύγχρονη οπτική»
«Ο θείος Άλφρεντ που κάθεται με τη νεολαία; Αν τον λέγανε Άλμπερτ, θα ήσουν η Κάντυ Κάντυ και όχι η Στρουμφίτα» γέλασε ο αδερφός της.
Στρουμφίτα, την αποκαλούσαν οι συμφοιτητές της στην Καλών Τεχνών γιατί ήταν η μόνη φοιτήτρια σε μια τάξη τίγκα στην τεστοστερόνη.
«Μυρίζομαι daddy issues;» συνέχισε ο αδερφός της.
Η Τζώρτζια του έριξε μια φονική ματιά και ανέβηκε στην μαύρη καλλονή. Πριν καλπάσει εκνευρισμένη μακριά τους, τους φώναξε: «έχουμε 1916 αλλά εσείς ζείτε στον μεσαίωνα».
Ξεπέζεψε μετά από μισή ώρα. Έμεινε για λίγο ακίνητη, αναποφάσιστη για το πού να πάει.
Οι σκέψεις την κατέκλυσαν.
Αυτό θα έκανε όλη την υπόλοιπη ζωή της; Θα δίδασκε ιχνογραφία στο δημοτικό της περιοχής;
Θα επιβεβαίωνε το καθίκι, τον συμφοιτητή της που της είχε πει «το πολύ πολύ να διδάσκεις μυξιάρικα σε κανα σχολείο. Εγώ όμως θα γίνω διάσημος ζωγράφος και οι πίνακές μου θα αξίζουν εκατομμύρια»;
Και μπορεί μόνο αυτός να της το είχε πει στα μούτρα, αλλά και όλα τα υπόλοιπα αγόρια αυτό σκέφτονταν.
Όμως είχε μια ελπίδα. Από εκείνη τη μέρα που αυθόρμητα είχε στείλει με DM ένα σχέδιο της στον, Άλφρεντ Στίγκλιτζ.
Ο Στίγκλιτζ, γνωστός προστάτης των Τεχνών και ιδιοκτήτης Γκαλερί, δεν είχε καλύτερο από το να ανακαλύπτει νέα ταλέντα.
Ενα λουλούδι που είχε φυτρώσει σαν σε πείσμα όλων, πάνω σε ένα βράχο, της είχε τραβήξει την προσοχή.
Είχε ταυτιστεί με αυτό και το είχε ζωγραφίσει με πάθος, κάτι που είχε διακρίνει εκείνος με το έμπειρο μάτι του και είχε πατήσει αμέσως «Follow Back».
Έκτοτε τα DM πήραν φωτιά. Όλη μέρα, όλη νύχτα έγραφαν ο ένας στον άλλον.
Είχε εθιστεί στην επικοινωνία τους.
Είχαν τόσα κοινά, καλλιτεχνική ματιά και ψυχή, την ίδια αισθητική, την καταλάβαινε.
Δεν ήταν ένας άξεστος καουμπόι και σίγουρα δεν την έβλεπε ανταγωνιστικά όπως τα υπόλοιπα… στρουμφ στη Σχολή της.
Τον είχε σχεδόν ερωτευτεί. Εγκεφαλικά τουλάχιστον, της χάιδευε το μυαλό. Και το σώμα, στα όνειρά της, ακολουθούσε.
Βέβαια αυτός ήταν παντρεμένος. Δεν έπρεπε να το ξεχνάει αυτό.
«Μου αρέσεις τόσο πολύ που μερικές φορές με τρομάζει. Θέλω να σε δω από κοντά» του έστειλε επιτόπου ένα DM.
«Και εγώ το θέλω αλλά το να έρθεις κοντά μου μπορεί να σου φέρει σκοτάδι αντί για φως» της απάντησε εκείνος.
«Άσε μας ρε Άλφρεντ με το dramaκουινλίκι, θα πάρω το τραίνο και θα έρθω» αποφάσισε αυθόρμητα και κοίταξε στο κινητό να δει πότε ήταν το επόμενο δρομολόγιο Τέξας- Νιου Υόρκ.
Σε μία ώρα. Προλάβαινε.
Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο ανέβηκε στην μαύρη καλλονή και κάλπασε γρήγορα προς το σπίτι της.
Έφτιαξε τσάκα τσάκα ένα σακ βουαγιάζ ρίχνοντας μέσα λίγα ρούχα, το νεσεσέρ με τα καλλυντικά της, το πορτοφόλι, το κινητό και το πάουερ μπανκ και έτρεξε να προλάβει το επόμενο δρομολόγιο του προαστιακού.
Στη Νέα Υόρκη, έγινε δική του. Έγινε επίσης η μούσα του.
Την τράβηξε εκατοντάδες φωτογραφίες, δίνοντας έμφαση στα χέρια της.
Τα θεωρούσε ιερά, τόσο εκφραστικά, είχαν το άγγιγμα του Μίδα, μουσαμά έπιαναν, έργο τέχνης τον έκαναν.
Εκείνα αποτύπωναν την ουσία της ως δημιουργού.
Βέβαια δεν ασχολήθηκε μόνο με αυτά αλλά και με το υπόλοιπο σώμα της.
Περισσότερες από τριακόσιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, μπλακ εντ ουάιτ, εξαιρετικής αισθητικής, εκτέθηκαν στην Γκαλερί του.
Οι καλλιτεχνικές νούντιτι φωτογραφίες, έγιναν βάιραλ, όπως βάιραλ άρχισαν να γίνονται οι πίνακές της.
Οι ουρανοξύστες της και τα λουλούδια της έγιναν τόσο αναγνωρίσιμα, που είχαν την υπογραφή της χωρίς να χρειαστεί να τους υπογράψει.
Ιδίως τα λουλούδια της που ήταν τεράστια, ζουμαριστά, αισθησιακά και έμοιαζαν με το άνθος που αναφερόταν στα άρλεκιν της γιαγιάς της Νουαζέτα ς.
Εκείνη όμως ισχυριζόταν πως δεν είναι αυτό που νομίζουμε, αλλά «απλώς λουλούδια» και ότι όλοι οι συνειρμοί γίνονταν επειδή ο σύζυγός της έκανε έκθεση φωτογραφίας με το γυμνό της σώμα.
Α, κάπου εδώ να πούμε ότι εκείνος είχε πάρει διαζύγιο, είχε πάει εν τω μεταξύ 1924, και είχαν παντρευτεί μεταξύ τους.
Βέβαια δεν ήταν βόλτα στη λιακάδα ο γάμος τους. Ο Άλφρεντ είχε κι άλλες «μούσες» που έβαζε στον σκοτεινό του θάλαμο και η Τζώρτζια χρειαζόταν περισσότερο φως στη ζωή της.
Είχε αρχίσει να βαριέται το “Sex and the City” στιλ ζωής, εκείνη ήταν περισσότερο η Λόρα από το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι», και ουδεμία ταύτιση ένιωθε με την Κάρυ Μπράντσο.
Ίσως να έπρεπε να ταξιδέψει για να βρει το φως.
Και διάλεξε το Μεξικό, την πατρίδα της φίλης της, της Φρίντα Κάλο, που επίσης αγαπούσε τα λουλούδια.
Είχαν γνωριστεί εκείνα τα Χριστούγεννα του 1931 στο ΜοΜΑ και αμέσως είχαν κολλήσει παρόλη τη διαφορά ηλικίας!
Άλλωστε η Τζώρτζια πάντα πίστευε ότι age is just a number!
Οι δυο τους μοιράζονταν μια βαθιά σύνδεση, ίσως και κάτι παραπάνω, αφού η Φρίντα ήταν σίγουρα «τσιμπημένη» μαζί της.
Ναι, θα έφευγε. Το είχε κάνει μία φορά και θα το ξαναέκανε.
Αν μπορούσε στα 28 της, θα μπορούσε και στα 42.
Πήρε τα πινέλα, τα χρώματα και τους μουσαμάδες της και αποχαιρέτησε το Manhattan, ενώ καλωσόρισε το Ghost Ranch στο Νέο Μεξικό.
Ο Άλφρεντ στη Νέα Υόρκη κατέρρευσε χωρίς εκείνη, γιατί καμιά φορά πρέπει να χάσουμε κάτι για να το εκτιμήσουμε. Είχε μεγαλώσει κιόλας, του έλειπε πολύ και της έστελνε απελπισμένα μηνύματα.
Εκείνη τον αγαπούσε όμως του απαντούσε στο στιλ «I love you but I love me more» που είχε πει η Σαμάνθα στον Σμιθ, καθώς έβρισκε πάλι τον εαυτό της και το φως, στις αχανείς εκτάσεις της ερήμου ζωγραφίζοντας λευκά κρανία ζώων.
«Δεν είναι θάνατος», έγραφε στη Φρίντα Κάλο, «είναι γλυπτά της ερήμου, το απόλυτο μίνιμαλ design της φύσης».
«Οι άντρες με αποκαλούσαν την καλύτερη γυναίκα ζωγράφο.
Με υποβίβαζαν.
Είμαι μία από τους καλύτερους ζωγράφους, τελεία», έγραφε στην τελευταία της ανάρτηση στο Φέισμπουκ.
«Έφτασα μέχρι τα 98 μου. Μετά τον θάνατο του Άλφρεντ, δεν ξαναπήγα Νέα Υόρκη. Έμεινα στην έρημο, έπινα τεκίλες και ζωγράφιζα. Αγάπησα την Μπεκ Στραντ και στο τέλος είχα δίπλα μου έναν… βοηθό, ας τον αποκαλέσω έτσι, 60 χρόνια μικρότερό μου.
Ακόμα και όταν έχασα την όρασή μου, ζωγράφιζα με τη μνήμη των χεριών μου.
Έζησα τη ζωή μου, δεν υπήρξα, απλώς. Το ίδιο εύχομαι και σε εσάς!»
ΥΓ: Μόνο χίλιες εκατόν είκοσι πέντε λέξεις! Εντζόι!
ΥΓ2: Για αναχρονισμούς και σουρεάλ καταστάσεις, κοιτάμε τις πληροφορίες της σελίδας και θα καταλάβουμε!
Αλήθεια και μυθοπλασία έχουν γίνει ένα! Αν θέλετε να μάθετε τι είναι τι και βαριέστε να γκουγκλάρετε, ρωτήστε με!
About Author


