Αγαπητό μου ημερολόγιο

Γενέθλια στη Σικελία| Επίσημα 48 ετών!

Μοιραστείτε το :

Στην αναχώρηση από Αθήνα προς Κατάνια, ο πιλότος πάτησε γκάζι και φτάσαμε πολύ γρήγορα!

Πραγματικά, πότε απογειωθήκαμε, πότε προσγειωθήκαμε (και κάπως απότομα ομολογώ), δεν κατάλαβα, αλλά αυτό είναι το στόρι οφ μάι λάιφ, που λένε!

Στο θέμα μας!

Στο αεροδρόμιο της Κατάνια βρεθήκαμε μπροστά στο αιώνιο μας δίλημμα, τουτέστιν, ράντομ ταξί του αεροδρομίου, Uber ή λεωφορείο;

Αποφασίσαμε να είμαστε άνετες και ξεκούραστες -ήταν και βράδυ, ήμασταν και από το χάραμα στο πόδι, κάποιες γινόμασταν και 48 ετών την επόμενη ημέρα!- και να πάρουμε ταξί.

Οι Ιταλοί ταξιτζήδες όμως στο αεροδρόμιο, όλο μέλι μέλι και «τσάο μπέλα» και «μπέλα τσάο» και από τηγανίτα -νορμάλ τιμές, τίποτα!

Ζητούσαν εξωπραγματικό ποσό για τη συγκεκριμένη απόσταση που θέλαμε.

«Πλαν Μπι, πάμε για Uber!», λέμε, τα οποία στην αρχή ήταν πιο φθηνά από τα ταξί του αεροδρομίου, αλλά όσο περνούσε η ώρα και προσγειώνονταν πτήσεις στο αεροδρόμιο ανέβαινε η τιμή!

Περπατήσαμε λοιπόν μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να το καλέσουμε από εκεί, αλλά τα Uber μας κάνανε γκόστινγκ και ακύρωναν συνεχώς, γιατί ήταν περιζήτητα και όποιος έχει πολλές επιλογές πάντα ψάχνει και ψάχνεται για το καλύτερο.

Βασικός νόμος της ανθρώπινης φύσης και της οικονομίας για την πολυτέλεια των πολλών επιλογών.

Ξαναπήραμε λοιπόν το δρομί-δρομάκι πίσω για το αεροδρόμιο. Και εντάξει, βαλιτσάρα δεν είχαμε, αλλά είχαμε το προσωπικό αντικείμενο-βαλιτσάκι του Σπορτ Μπίλι… που μόνο εσείς λείπατε από μέσα!

Αποφασίσαμε να βγάλουμε εισιτήριο για το λεωφορείο, αλλά το λεωφορείο… αρνιόταν να ξεκινήσει.

Περιμέναμε γελώντας, γιατί κάθε -μα κάθε- φορά που προσγειωνόμαστε κάπου, καθυστερούμε στο αεροδρόμιο… ούτε τάμα να το χουμε!

Στο μεταξύ, το Uber είχε γίνει πάλι φθηνό γιατί είχε πέσει η κίνηση στο αεροδρόμιο!

Ρόδα είναι και γυρίζει, ό,τι ανεβαίνει κατεβαίνει και τα σχετικά.

Εκεί που σκεφτόμασταν να δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία και να πάρουμε ένα Uber, καταφθάνει ένα ΑΛΛΟ λεωφορείο και ο οδηγός αρχίζει να μας φωνάζει στα ιταλικά να μπούμε σε εκείνο.

Μπαίνουμε τελικά στο άλλο λεωφορείο, μια και είχαμε τα εισιτήρια και τέλος πάντων, ας τελειώναμε με αυτό το θέμα.

Μέσα στο δεύτερο λεωφορείο ο φωτεινός πίνακας με τα δρομολόγια έλεγε άλλες στάσεις από αυτές που έδειχνε ο χάρτης του κινητού μας, οπότε πάθαμε ένα error 404 και αρχίσαμε να ψαχνόμαστε για το πού θα κατέβουμε.

Όταν προσπεράσαμε τη στάση που σύμφωνα με το κινητό μου είχε απόσταση δεκαπέντε λεπτών από το σπίτι μας και βλέπαμε ότι απομακρυνόμαστε ακάθεκτοι προς το άγνωστο, το πήρα πάνω μου!

Πάτησα ξαφνικά το κουμπί της στάσης και ξάφνιασα τον οδηγό που πλακώθηκε στα φρένα, σήκωσε το χειρόφρενο – οκέι ποιητική αδεία αυτό-, τεσπά σταμάτησε κάπως απότομα και τελευταία στιγμή, να κατέβουμε.

Πεταγόμαστε έξω από το λεωφορείο σε μια τελείως τυχαία στάση στο πουθενά!

Στο μεταξύ, έχει περάσει και ΜΙΑΜΙΣΗ ΩΡΑ για μια απόσταση τριών χιλιομέτρων!

Καλούμε λοιπόν ΠΑΛΙ ένα Uber, το οποίο -για πρώτη φορά στη συγκεκριμένη ιστορία- δεν ακύρωσε και ήταν και πάμφθηνο.

«Είναι ένα ΜΑΥΡΟ αμάξι με τις τάδε πινακίδες και οδηγός ο Όσκαρ και σε 1 λεπτό θα ναι εδώ», μας λέει η φίλη που είχε την εφαρμογή.

Σε 1 λεπτό ακριβώς σταμάτησε ένα ΓΚΡΙ αμάξι μπροστά μας.

Δε δώσαμε σημασία, συνεχίσαμε να λέμε τα δικά μας.

«Καλέσατε Uber;» ρωτάει ο οδηγός.

«Όχι εσάς», λέμε εμείς που αυτη η σιγουριά θα μας φάει.

«Καλέσατε πριν 1 λεπτό και ήρθα!».

«Το δικό μας είναι μαύρο!».

«Μα, εσείς δεν είστε οι τάδε;» ρωτάει απορημένος.

«Οι τάδε είμαστε, αλλά περιμένουμε τον Όσκαρ με το ΜΑΥΡΟ αμάξι!».

«Io Oscar, io!» (Εγώ είμαι ο Όσκαρ, εγώ!) είπε κάπως απηυδισμένος.

«Και γιατί, ρε Όσκαρ, το αμάξι δεν είναι μαύρο με τις τάδε πινακίδες;!» να έχει κολλήσει η μία φίλη.

«Μια χαρά είναι και το γκρι, μπείτε επιτέλους μέσα να φύγουμε!», το πήρα (περιέργως πάλι) πάνω μου εγώ!

Μας πήρε λοιπόν ο άνθρωπος και μας άφησε έξω από το σπίτι της… Wednesday Addams!

Έμοιαζε ελαφρώς εγκαταλελειμμένο, αλλά δεν ήταν και το μόνο κτήριο, γενικά όλη η πόλη τη θέλει την ανακαίνισή της.

Ωστόσο, τη ΛΑΤΡΕΨΑ! Είναι σκοτεινή, λίγο στραπατσαρισμένη και πολύ γοητευτική!

Μου θύμισε έναν συνδυασμό από Κέρκυρα και Αβάνα, που θα μου πείτε τι σχέση έχουν αυτά τα δύο, αλλά είστε καιρό εδώ και νομίζω εκπέμπουμε στο ίδιο μήκος κύματος!

Τώρα για την πολυκατοικία μας, έμπαινες μέσα, ανέβαινες κάτι σκαλιά, προσπερνούσες μια μεγάλη σκάλα,

έσκυβες να περάσεις μια καμάρα,

περνούσες από διάφορα διαμερίσματα με τοίχους ξεφλουδισμένους, ξεχαρβαλωμένους, πεσμένους κλπ., προσπερνούσες και κάτι χελώνες που έμοιαζαν πεθαμένες αλλά ευτυχώς ζούσαν!,

περίμενες να δεις

νυχτερίδες που δεν είδες αλλά ταίριαζαν απόλυτα στο σκηνικό,

ξανανέβαινες κάτι άλλα σκαλιά,

άνοιγες κάτι ξύλινα φύλλα ντουλάπας

και μετά υπήρχε η ημιγυάλινη πόρτα με την κλειδαριά που μάγκωνε το κλειδί που οδηγούσε στο διαμέρισμά μας!

Και που παραλίγο να τη σπάσω, γιατί είχα ξεκλειδώσει μεν, δεν μπορούσα να την ανοίξω δε, όσο κι αν έσπρωχνα και είμαι και λίγο νευρική, γιατί να το κρύψουμε, άλλωστε!

Ευτυχώς οι φίλες είχαν περισσότερη υπομονή να παίξουν με το κλειδί και την κλειδαριά.

Βέβαια, όλα αυτά με είχαν ενθουσιάσει, γιατί είναι βούτυρο στο ψωμί μιας συγγραφέα!

Το εσωτερικό ήταν υπέροχο, αν εξαιρέσουμε το μπάνιο που μύριζε Βενετία.

Φρεσκαριστήκαμε ελαφρώς, εγώ νύσταζα και λίγο αλλά δεν ταξιδέψαμε στη Σικελία για να κοιμηθώ, οπότε βγήκαμε έξω!

Το πρώτο βράδυ στην Κατάνια βγήκαμε σε μια περιοχή – διασταύρωση Εξαρχείων με πλατεία Αυδή και ολίγη από Ψυρρή!

Κόσμος; Χαμός στο δρόμο, μέσα στα μαγαζιά καθιστοί, έξω όρθιοι με τα ποτά στο χέρι, ένα χαρούμενο μελίσσι.

Από τις πιο ζωντανές πόλεις που έχω συναντήσει ποτέ μου!

Τα μαγαζάκια όλα ιδιαίτερα και πάρα πολλά σημεία ήταν εντελώς ινσταγκράμαμπλ!

Τι εννοώ; Εξηγώ!

Φρου φρου, στολίδια, έξυπνα μηνύματα και ζωγραφική σε τοίχους, γιρλάντες, πινακίδες νέον, χρωματιστές ομπρέλες, διάφορα τζατζαλάκια μαντζαλάκια κρεμόντουσαν από τα ταβάνια, στους τοίχους, στα δέντρα, στους σκουπιδοντενεκέδες, σε χρώματα ζωηρά και χαρούμενα που ερχόντουσαν σε απόλυτη αντίθεση με την μαυρισμένη -από το ηφαίστειο- και ξεφλουδισμένη -από την υγρασία- πόλη.

Η πλατεία που καταλήξαμε να καθίσουμε, δεν ήταν η πρώτη μας επιλογή αλλά είχε περάσει και η ώρα με τα αεροπλάνα, ταξί, τα λεωφορεία και τα σχετικά, πεινούσαμε κιόλας, στα μαγαζιά που θέλαμε είχε τεράστια αναμονή, ε, εκεί που βρήκαμε μια τρούπα, τρουπώσαμε!

Πήραμε πίτσα, ένα πλατό με τυράκια-αλλαντικά και κρασί που με χτύπησε στην κεφάλα!

Ή μπορεί να μη φταίει αυτό που έπινα εγώ αλλά αυτό που έπιναν όλοι οι άλλοι γύρω μας, ολούθε, παίζοντας προ, που λέγανε και οι Λοκομόντο μια φορά και έναν καιρό.

Νομίζω δεν έγινε κάτι ιδιαίτερο το πρώτο βράδυ.

Πήγαμε για ύπνο γιατί πάρτι άνιμαλ ήμουν κάποτε μικρή όταν με αγαπούσανε πολλοί (ή πολύ, είναι άραγε η έκφραση; ).

Τώρα, δεν έχω καλύτερο από το να κάθομαι στον καναπέ μου και να βλέπω Νέτφλιξ τρώγοντας, που όμως εδώ και δύο μήνες κάνω διατροφή και τα έχω κόψει όλα μαχαίρι!

Αχ, Νουαζετόφιλοι και Νουαζετοφίλες… να βλέπεις τώρα σειρά, μπακ του μπακ τα επεισόδια και να τρως δυο αυγά βραστά, είναι αυτό απόλαυση;

Από την άλλη, ξαναμπαίνω πάλι στα τζιν μου, κάτι είναι κι αυτό.

Και ξαναμπαίνω και στο θέμα μας!

Στην επιστροφή προς την πολυκατοικία της Γουέντστνει Άνταμς, περάσαμε από μια άλλη συνοικία, εξίσου ζωντανή και πολύβουη, σαν καρναβάλι στην Πάτρα- αυτό μου θύμισε.

Διέσχιζα το πλήθος κρατώντας το χέρι της φίλης μου που ερχόταν από πίσω για να μην τη χάσω, ακολουθώντας την άλλη φίλη, την οδηγό, που ήταν μπροστά μου.

Μόλις βγήκαμε από τη λαοθάλασσα όμως είδα ότι μπροστά από τη φίλη -οδηγό, ήταν η φίλη που νόμιζα ότι κρατούσα…

Γυρίζω πίσω και βλέπω ότι κρατούσα μια άγνωστη.

«Ε, σκούζι;», της λέω.

«Ε, δεν πειράζει» έλεγε το χαμόγελό της και εδώ που τα λέμε, γιατί δεν τραβούσε το χέρι της, οέο;

Ίσως είχε παίξει και αυτή προ, ποιος ξέρει.

Τέλος πάντων, φτάσαμε σπίτι, ανοίξαμε με το κλειδί που έκανε κόλπα, χτυπήσαμε κατά λάθος και το κουδούνι από το διπλανό διαμέρισμα -το φως ψάχναμε- όλα καλά, πέσαμε ξερές!

Κοιμήθηκα 47 ετών και ξύπνησα το επόμενο πρωί 48!

Οι τρελές μου, είχαν ετοιμάσει έκπληξη φώτομπουθ, με μπαλόνια, γιρλάντες και χαρτοπόλεμο -νάτο πάλι το καρναβάλι!

Έτρεξα να φέρω και εγώ δύο σπέσιαλ μπαλόνια που είχα αγοράσει με το 4 και με το 8 και με τα οποία σκόπευα να βγάλω εορταστικές φωτογραφίες αλλά αποδείχθηκαν τζούφια, δεν φούσκωσαν ποτέ!

Φωτογραφηθήκαμε και ετοιμαστήκαμε για τη γενέθλια βόλτα μας!

Είχε καλοκαίρι, τόσο σαν state of mind όσο και σαν θερμοκρασία, κι αυτό ήταν σούπερ!

Έβαλα τη στέκα «Birthday Girl» που -επίσης- μου πήραν οι φίλες μου και βγήκαμε έξω!

Σε κάθε βήμα μου εύχονταν «auguri» κι εγώ απέξω μου ευχαριστούσα και από μέσα μου ευχόμουν «να δροσίζομαι, γιατί το τελευταίο μεγάλο διάστημα μόνο ζορίζομαι»!

Πραγματικά, μου ευχήθηκε όλη η Κατάνια, λόγω αυτής της στέκας.

Ντόπιοι και τουρίστες, δεν έχω ξαναδεί πιο συμπαθητική πόλη- και μου λέγανε για μαφιόζους!

Όλα καλά, but first breakfast!

Καθίσαμε σε ένα συνοικιακό μαγαζί και αφού δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε, πήραμε μία απ όλα!

Ξετρελάθηκα με τον φανταστικό καπουτσίνο και τα σικελικά arancini, που είναι σούπερ τραγανά απέξω και μέσα έχουν κίτρινο ρύζι με κιμά ραγκού -έλεγε το καρτελάκι- λεπτοαποδομημένο κρέας θα το αποκαλούσα εγώ!

Ναι, ναι, μια χαρά ταίριαξε το ραγκού με τον καπουτσίνο μου!

Παρεμπιπτόντως, Arancini έφερα μαζί μου και στην Αθήνα, μέσα στο προσωπικό μου αντικείμενο- βαλιτσάκι του Σπορτ Μπίλι και μύρισαν όλα μου τα ρούχα και αξεσουάρ που ήταν επίσης μέσα, αλλά δε μας ενδιαφέρει αυτό, πλατειάζω, το γνωρίζω.

Στη συνέχεια, διασχίσαμε ένα πάρκο και κάναμε στάση στο πρώτο αξιοθέατο, την Ψαραγορά!

Δεν κάνω πλάκα, είναι στα must-see!

Πολύβουη, χρωματιστή, χαρούμενη, με νοστιμιές να φας επιτοπίως.

Γιατί αν δεν φας κι ένα τηγανητό ψαράκι με καλαμαράκι και γαριδούλα σε χωνάκι μετά τον καπουτσίνο και το arancini, πότε θα το φας;

Με αυτά και με εκείνα είχε πάει 12:00 η ώρα, οπότε πήγαμε στο Palazzo Biscari, ένα αριστούργημα σικελικού μπαρόκ με πλούσια διακοσμημένα δωμάτια και μια φανταστική ελικοειδή σκάλα σε στιλ Ροκοκό, που σας έχω πει πόσο αγαπώ!

Την σκάλα αυτή τη χρησιμοποιούσαν τον 18ο αιώνα οι μουσικοί για να ανεβαίνουν στην ειδική εξέδρα της αίθουσας δεξιώσεων χωρίς να περνάνε ανάμεσα από τους καλεσμενους.

Το τσατ μου λέει ότι κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, η αίθουσα είχε χρησιμοποιηθει από Βρετανούς στρατιωτες για γήπεδο τένις.

Τώρα τι να σας πω, δεν ξέρω αν αληθεύει, γιατί εμενα το τσατ όλο μλακίες μου λέει και μετά μου ζητάει συγγνώμη και απολογείται.

Μου θύμισε παραμύθι όλο το σκηνικό και γι αυτό και βγάλαμε και διακόσιες φωτογραφίες και βίντεο εκεί.

Το θέμα είναι ότι παραλίγο να μην τα δούμε όλα αυτά, διότι όταν φτάσαμε, ο Μπάτλερ στην είσοδο έδιωχνε τον κόσμο λέγοντας ότι το παλάτι τις Παρασκευές κλείνει στις 12:00.

ΌΜΩΣ! Μας άκουσε που μιλούσαμε ελληνικά, μας άρχισε τα «ούνα φάτσα ούνα ράτσα» και άνοιξε το κλειστό παλάτι μόνο για εμάς!

Αμέ!

ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΤΗΚΑ, πραγματικά ξετρελάθηκα!

Είχαμε μείνει στο παλάτι που μας άνοιξε να μπούμε ο «ούνα φάτσα ούνα ράτσα»…

Ήταν πράγματι υπέροχο και γι αυτό βγάλαμε διακόσιες φωτογραφίες και βίντεο όσο εκείνος έκανε υπομονή -διότι μας άνοιξε μεν, δεν εννοούσε να κάνουμε και αρμένικη βίζιτα, δε!

Ε, φύγαμε κάποια στιγμή από εκεί κι αρχίσαμε τις βόλτες περιμετρικά και γύρω-γύρω από τον κεντρικό δρόμο Via Etnea, που είναι η Ερμού τους, ας πούμε, αν η Ερμού ήταν τρία χιλιόμετρα.

Ένας ατελείωτος δρόμος με καφε-ζαχαροπλαστεία, κάπου εδώ θέλει να κάνω στάση και να σας πω για τα βυζάκια που έφαγα!

Κάνω διατροφή από τον Δεκαπενταύγουστο, αλλά χαλάλι τους γιατί ήταν πεντανόστιμα – κι αυτό το γράφει μια ορκισμένη σοκοχόλικ!

Αρχικά, να διευκρινίσω ότι ομιλώ για το τοπικό τους παραδοσιακό γλυκό!

Το πουλάνε όλα τα ζαχαροπλαστεία και είναι εξαιρετικά διάσημο.

Η ιστορία του εμπνέεται από την Αγία Αγάθη, την προστάτιδα της πόλης, που βασανίστηκε σκληρά και της έκοψαν τα στήθη.

Οι Σικελοί, λοιπόν, αποφάσισαν να τιμήσουν τη μνήμη της φτιάχνοντας ένα αριστούργημα του ουρανίσκου, σε σχηματισμό στήθους, με αφράτη κρέμα και ένα κατακόκκινο κερασάκι στην κορυφή.

Φανταστικό, σας λέω!

Ο δρόμος εκτός από τα καφε-ζαχαρόπλαστεία, έχει διάφορα μαγαζιά και θέα προς την Έτνα.

Έτνα είναι το ηφαίστειο, σε περίπτωση που είστε σαν κι εμένα και δεν το γνωρίζατε!

Όσοι πάνε Κατάνια, συνήθως κλείνουν πεζοπορία στο ηφαίστειο, ένα οχτάωρο μόνο παίρνει.

Εμείς δεν είχαμε τον χρόνο να διαθέσουμε, αλλά να πω και την αλήθεια μου, δεν ήθελα να γιορτάσω τα 48 μου με πεζοπορία!

Άσε μη γινόταν καμιά έκρηξη και ζούσαμε το «the floor is lava» κάτω από τα ποδαράκια μας, σαν «μοναδική ηφαιστειακή εμπειρία» όπως έγραφαν τα ταξιδιωτικά φυλλάδια.

Θυμίζω ότι ζήσαμε πλημμύρες πέρυσι στο Μιλάνο, ας κάναμε σκιπ τη φωτιά!

Στο δρόμο αυτό και τα κάθετα στενά του, ψωνίσαμε διάφορα σουβενιράκια, τύπου κάλτσες!

Βγάλαμε άλλες διακόσιες φωτογραφίες σε διάφορα σημεία, με βέσπες ιταλικές -αφού πήραμε την άδεια να τις καβαλήσουμε- οι άνθρωποι, όπως σας προανέφερα, φιλικότατοι, μας έδωσαν και τα κλειδιά!

Ωραία θα ήταν μια βολτούλα με βέσπα, αλλά από την άλλη, στο πολύπαθο Μιλάνο πέρυσι, είχα πέσει από το ηλεκτρικό πατίνι και ξέρετε, ο γέρος ή από πέσιμο ή από …!

Ξέχασα να σας πω ότι η Piazza del Duomo είναι η κεντρική πλατεία της πόλης, με βασικό αξιοθέατο έναν ελέφαντα φτιαγμένο από μαύρη ηφαιστειακή λάβα της Αίτνας, σαν το δαχυλίδι μου που έχασα και ξαναβρήκα!

Έχει κι ένα σιντριβάνι που από μακριά μας φάνηκε πολύ φεμινιστικό.

Μυωπία και πρεσβυωπία μαζί, νομίζαμε ότι όρθια στεκόταν μια κοπέλα και από κάτω είχε άντρες σκυφτούς.

Όταν πλησιάσαμε και είδαμε καλύτερα την ανατομία του αγάλματος, καταλάβαμε ότι είναι άντρας, αλλά μικρό το κακό, άλλοι το παθαίνουν κατά κόρον στην Ταϊλάνδη.

Πιο συγκεκριμένα, μην ξεχνάμε το ίνφο στο ινφοτέινμεντ, το αγάλμα ήταν ο ποταμός Αμενάνο, και από κάτω λούζονταν δύο Τρίτωνες!

Την εν λόγω πλατεία τη διασχίζαμε συνέχεια. Όπου κι αν πηγαίναμε από εκεί περνούσαμε!

Εκεί βρίσκεται ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Αγάθης, που σας είπα προηγουμένως, ένα εντυπωσιακό μπαρόκ κτίριο αφιερωμένο στην πολιούχο.

Ανεβήκαμε οκτώ τρισεκατομμύρια σκαλοπάτια μιας στενής, στριφογυριστής σκάλας, από αυτές που φτάνεις στον προορισμό σου καταιδρωμένος, παραπατάς, έχεις ξεχάσει πώς σε λένε, από πού ήρθες και γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου!

Μου φάνηκε ατελείωτη, είδατε στα στόρι πώς αγχομαχούσα για να φτάσω στο τέλος.

Είχα μείνει πολύ πίσω από τις φίλες μου, που ρωτούσαν κάθε τρεις και λίγο από ψηλά: «Έφη, έρχεσαι;».

Αυτή είναι μια ερώτηση που μου γίνεται συνέχεια σε όλα τα ταξίδια μας, γιατί πάντα βγάζω φωτογραφίες ή χαζεύω στο δρόμο, οπότε πάντα μένω πίσω.

“Έφη, έρχεσαι;”

“Η Μπλόγκερ έχει μείνει πίσω”

“Συγγραφέα, μπες μπροστα, να σε βλέπουμε”!

Δίκιο έχουν, έχει τύχει κάποιες φορές να τις χάσω -με πιο αξιομνημόνευτη φορά τότε στο Μαρόκο που εξαφανίστηκα από τα μάτια τους στο παζάρι και νόμιζαν ότι με έκλεψαν και θα με αντάλλασσαν για καμήλες!

Με τα πολλά, κατάφερα, ανέβηκα τη σκάλα και είδα την Κατάνια από ψηλά, σε όλο της το μεγαλείο!

Η θέα ήταν μαγική! Και ενώ λέγαμε ότι θα πάμε και σε άλλες ταράτσες να πιούμε κοκτέιλ, τελικά δεν το επιδιώξαμε- δε χώρεσε και στο πρόγραμμα!

Στη συνέχεια πήγαμε στον παλαιότερο, μεγαλύτερο και πιο αγαπημένο δημόσιο κήπο της Κατάνια, που σε ένα σημείο του σχημάτιζε με τα φυτά την ημερομηνία!

Ενθουσιάστηκα!

Ναι, πάλι! Εκεί μας έβγαλε ένας Κινέζος φωτογραφίες με θέα το ηφαίστειο, που αν δεν μου έλεγες ότι είναι το ηφαίστειο, θα το περνούσα απλώς για ένα βουνό.

Βίλα Μπελίνι λέγεται το πάρκο και ονομάστηκε έτσι από τον Κατανέζο συνθέτη όπερας Βιντσέντζο Μπελίνι, τον οποίο δεν γνωρίζω, σκουζάτε με, αλλά θα τον ψάξω, κι αν μου κάνει κλικ, θα τον γράψω!

Και μετά σειρά είχε το Ρωμαϊκό Θέατρο, που για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δε θυμάμαι ακριβώς τη σειρά, αλλά μικρή σημασία έχει.

Το συγκεκριμένο αξιοθέατο το περάσαμε στα γρήγορα, γιατί λίγο το κρασί, λίγο η ζέστη, λίγο τα λόγια του παπά… οκέι, καλό ήταν, αλλά εμείς στην Ελλάδα έχουμε καλύτερα, οπότε δεν ενθουσιαστήκαμε.

Βασικά, είχαμε αρχίσει να σέρνουμε πόδια και έπρεπε να βάλουμε μια άνω τελεία!

Ε, κάναμε λίγα ψώνια ακόμα, όπου μπήκαμε σε ένα μαγαζί και ο τύπος, αφού διευκρίνισε ότι δεν είμαστε Ισπανίδες αλλά Ελληνίδες, μας έβαλε Βέρτη!

Ή Οικονομόπουλο; Τους μπερδεύω λίγο αυτούς τους δύο, σκουζάτε με πάλι.

Ε, μετά πήγαμε σπίτι να ξεκουραστούμε λιγουλάκι για να βγούμε βράδυ, που εν τω μεταξύ, με αυτά και εκείνα το βράδυ είχε φτάσει.

Το αρχικό πλάνο ήταν να πάμε για κοκτέιλ σε ένα ρουφ γκάρντεν, το οποίο πιστολιάσαμε!

Καμιά φορά, κάτι μπορεί να είναι ωραίο και να το θες πολύ αλλά έχεις εξαντληθεί από προηγούμενες καταστάσεις και τελικά την πληρώνει εκείνο!

Και μετά να χαλαρώσεις και να προχωρήσεις ωραιότατα στο επόμενο και μπορεί πιχί το προηγούμενο να ήταν καλύτερο αλλά…σε λα βι!

Και λα βίτα ε μπέλα, επίσης!

Δύο ώρες αργότερα, βγήκαμε φτιαγμένες, με τα ωραία μας, τα σέα μας και τα μέα μας, και πήγαμε σε ένα υπόγειο εστιατόριο που είχα ψάξει ΕΓΩ από την Ελλάδα- όχι που λέτε ότι δεν είμαι οργανωμένη!

Και έκλεισα και το τραπέζι, έκανα τη συνεννόηση, έτσι; Αυτό πού το πάτε;

«Γεια σας, ένα τραπέζι για τρεις κάτω στη σπηλιά, δίπλα στο ποτάμι, υπάρχει;»

«…»

«Τέλεια! Μια κράτηση στις 9:00 στο όνομα Έφη, E-F-I…»

«Ας το γράψει όπως θέλει ρε παιδί μου», μου λέει η φίλη μου γιατί καθυστερούσα.

Εγώ ακάθεκτη: «Να σας δώσω και το επώνυμο!».

Πρώτη φορά έκλεινα εγώ κάτι ενώ ήμουν με τις φίλες μου! Συνήθως τα κάνουν όλα εκείνες κι εγώ είμαι πρίγκιπισσα!

«Δεν νομίζω ότι για απόψε θα έχουμε άλλη κράτηση με το όνομα Έφη», μου απάντησε ο άνθρωπος!

Πάλι πλατειάζω!

Να σας πω, σε όσους δεν είδατε το σχετικό στόρι, ότι στο υπόγειο αυτού του εστιατορίου κρύβεται μια φυσική σπηλιά από ηφαιστειακή λάβα -από την έκρηξη της Αίτνας το 1669.

Και μέσα από αυτή κυλάει ένα υπόγειο ποταμάκι, ο ποταμός Αμενάνο, που λουζόταν στο συντριβάνι στην κεντρική πλατεία!

Αν ακούνε οι ινφλουένσερς, είναι το ιδανικό σποτ!

Συστήνω με χίλια το ντάκιρι φράουλα! Όταν μου το φέρανε, σκέφτηκα «καλά, καλαμαράκια», γιατί μου φάνηκε λίγο κακομοίρικο, αλλά ήταν πεντανόστιμο, δυνατό και ακριβώς όπως το ήθελα!

Τώρα που είπα καλαμαράκια…

Οι Σικελοί έχουν κάπως διαφορετικό μενού/σπεσιαλιτέ από τους Ρωμαίους.

Έχουν μεγάλο έρωτα με τα θαλασσινά και λογικό, αφού πρόκειται για πόλη-λιμάνι!

Ναι μεν έχουν ζυμαρικά, αλλά και σε αυτά, το τοπ πιάτο τους είναι η Pasta alla Norma, που σημαίνει ζυμαρικά με μελιτζάνες.

Προσωπικά, για τη μελιτζάνα θα πω, με την ωριμότητα των 48 μου χρόνων, ΜΠΛΙΑΞ, ίου και γιακ!, που είναι και τίτλος παιδικού βιβλίου της Μαρίνας Πλούμπη- πραγματικά, το πιο αυθόρμητο product placement!

Την οποία τώρα που το σκέφτομαι και γράφω, την ξαναθυμήθηκα στην Κατάνια γιατί στο ινσταγκράμαμπλ μέρος που σας έλεγα, ένας τοίχος είχε βυζάκια…, που είναι ένας άλλος τίτλος βιβλίου της, ψάξτε αν θέλετε τον Εκδοτικό της, Sweet Serendipities Books λέγεται.

Ξαναμπαίνω στο θέμα μας…

Εκτός από τα κοκτέιλ, πήραμε και μια πίτσα, να με το συμπάθειο, νιόκι και ριζότο. Οκέι, το τελευταίο θα αργήσω πολύ να το ξεχάσω!

Μέχρι να παραγγείλουμε βέβαια, πέρασε η ώρα.

Η σερβιτόρα σίγουρα σκεφτόταν διάφορα μαφιόζικα για εμάς, γιατί εγώ ήθελα οπωσδήποτε βίντεο «σούπερ ντούπερ ουάου» στη σπηλιά με το ποτάμι, και μία έβγαινε σκοτεινό, μία θολό, μία δεν μου άρεσα και το ξαναγυρνούσαμε από την αρχή.

Οπότε δεν παραγγέλναμε γιατί φερστ θινγκς φερστ, τουτέστιν φωτογραφίες και βίντεο!

Τώρα που το σκέφτομαι, και οι φίλες μου παίζει να σιχτίριζαν, αλλά είχα γενέθλια, οπότε…

Εν τω μεταξύ, είχαμε ξεχάσει να φυσήξουμε τα κεράκια και κόντευε να αλλάξει η μέρα!

Πρότεινα να τα χώσουμε στην πίτσα, αλλά δεν τους άρεσε η ιδέα, οπότε το αφήσαμε για αργότερα.

Αργότερα βέβαια ήμουν έτοιμη για ύπνο, αλλά με κοίταξαν πολύ αποδοκιμαστικά και άλλαξα γνώμη!

Πήγαμε σε μια πιο κυριλέ περιοχή αυτή τη φορά, χωρίς προ, αλλά ήταν πολύ κοιμίσικα εκεί.

Όλη η υπόλοιπη πόλη χόρευε, στους δρόμους και τις πλατείες -ορίστε η Αβάνα που σας έλεγα σε προηγούμενο ποστ!- και εκεί επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Εν τω μεταξύ, με το περπάτημα χώνεψα, κάπως σαν να ξύπνησα, είχαμε και την εκκρεμότητα με τα κεράκια, οπότε επισκεφθήκαμε μια διάσημη τζελαταρία.

Πήραμε παγωτό, πάνω σε αυτό βάλαμε τα κεράκια και πήγαμε κάπου διακριτικά, δηλ στην κεντρική πλατεία, όπου χόρευαν ντόπιοι και τουρίστες γύρω από τον ελέφαντα.

Ε, εννοείται ότι πέρασαν όλοι από το σημείο που οι φίλες μου τραγουδούσαν το να ζήσω και χρόνια πόλλα, μου φώναζαν όλοι «αγγούρι» κι «αγγούρι», και το συγκεκριμένο βίντεο με τα κεριά είναι το αγαπημένο μου από αυτό το ταξίδι – που έγινε άλλωστε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο: τον γενέθλιο!

Όχι ότι στο καπάκι πέσαμε ξερές για ύπνο… λιποθυμήσαμε, λέμε!

Σηκωθήκαμε το πρωί, ήπιαμε έναν ακόμα φανταστικό καπουτσίνο με θέα τον ελέφαντα και μετά Uber, αεροδρόμιο, δαχτυλίδια… ξέρετε, σας τα είπα όλα!

Τη συστήνω την Κατάνια. Είναι κοντά μας, είναι φθηνή, είναι χαρούμενη, ζωντανή, όλα δίπλα σου, έχει πράγματα να δεις!

Και αν έχεις χρόνο, κλείνεις ξενάγηση και βλεπεις την υπόγεια πόλη.

Διότι η Κατάνια χτίστηκε πάνω στις στάχτες της και ανοίγουν διάφορες καταπακτές σε διάφορα σημεία της πόλης και σου κάνουν ξενάγηση!

Πρέπει να ναι φανταστική αλλά δεν την προλάβαμε!

Φτάσαμε νωρίς στο αεροδρόμιο και μπήκαμε στο αεροπλάνο της επιστροφής από Κατάνια για Αθήνα, στην ώρα μας.

Η θέση μου βρισκόταν ανάμεσα σε δύο νεαρούς- γιατί φυσικά δε χαλαλίσαμε ούτε ευρώ για να καθίσουμε οι φίλες μαζί για μιάμιση ώρα διαδρομή, όπως άλλωστε και κανένας άλλος σε αυτή την πτήση.

Λίγο στενούλικο το αεροπλάνο, λίγο αζμπέτε όλοι μας, αλλά τέλος πάντων, 40 ευρώ πληρώσαμε και πάλι καλά να λέμε.

Με το που κάθομαι στη θέση μου και βγάζω το τζιν μπουφάν, νιώθω την ώρα που τραβάω το μανίκι να μου γλιστράει από το μικρό δαχτυλάκι το ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ μου δαχτυλίδι.

Αυτό με τις πετρούλες από ηφαιστειακή λάβα που πήρα αναμνηστικό από την Αίτνα, που πήραμε και οι τρεις μας το ίδιο δηλαδή, για να είμαστε matchy-matchy.

Βγάζω το χέρι εντελώς και κοιτάζω αμέσως μέσα στο μανίκι. Άφαντο.

Κοιτάω κάτω στα πόδια μου, εκεί που είχα αφήσει το προσωπικό μου αντικείμενο-βαλιτσάκι του Σπορτ Μπίλι.

Δεν είχε πέσει πάνω του.

Παθαίνω ένα μικρό εγκεφαλικό, γιατί το είχα ήδη αγαπήσει και ήταν το επίσημο αναμνηστικό του ταξιδιού μας!

«Συγγνώμη, μήπως μπορείς να σηκωθείς λίγο γιατί μόλις έχασα το δαχτυλίδι μου;» λέω στον έναν νεαρό στα αριστερά μου.

Σηκώνεται και σηκώνω το βαλιτσάκι Σπορτ Μπίλι -το προσωπικό μου αντικείμενο, ντε- το βαζω στη θέση του ανθρώπου και κοιτάζω στο πάτωμα. Τίποτα.

«Συγγνώμη, μήπως μπορείς να σηκώσεις λίγο τα πόδια σου;» ρωτάω και τον άλλον νεαρό που καθόταν στο παράθυρο.

Ψάχνω μήπως κύλησε στην πλευρά του. Τίποτα.

Σηκώνομαι όρθια και κοιτάζω στη θέση μου! Τίποτα

Πούντο, πούντο το δαχτυλίδι, ψάξε, ψάξε, δε θα το βρεις!

Λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε!

Εν τω μεταξύ, τώρα έχουν πάρει πρέφα τι γίνεται και η μπροστινή σειρά και η πίσω και προσπαθούν να με βοηθήσουν.

Θα νόμιζαν σίγουρα ότι το δαχτυλίδι είναι τουλάχιστον μπριγιάν 10 καρατίων για να κάνω έτσι!

Σηκώνουν λοιπόν όλοι -και η δική μου σειρά και η πίσω- τις τσάντες-προσωπικά αντικείμενα που είχαν χώσει κάτω από τα καθίσματα.

Πέφτω στα γόνατα, ψάχνω με τα χέρια το πάτωμα μπας  και σκάλωσε πουθενά και το πιάσω, εκείνοι να μου φωτίζουν με τα φακουδάκια των κινητών, να ψάχνουν κι αυτοί, να μου κάνουν ερωτήσεις αν το έχασα οντως στο αεροπλανο ή αλλού…

Μα, το ένιωσα την ωρα που γλιστρουσε απο το δαχτυλο μου!

Δεν έστεκε να έχει εξαφανιστεί! Όμως δεν μπορούσα να κάνω και κάτι άλλο, έπρεπε να ξεκινήσει το αεροπλάνο.

Οπότε έκατσα ξενερωμένη στη θέση μου, θρηνώντας τη λάβα μου.

Και τότε το κάθε εμπόδιο για καλό, αυτή η εκνευριστική φράση, απέκτησε αξία!

Από τα μεγάφωνα ο πιλότος ανακοίνωσε ότι η αναχώρηση θα καθυστερήσει γιατί υπάρχει μηχανική βλάβη.

«Χρόνος για ψάξιμο!», σκέφτομαι.

Ξανασηκώνω τους πάντες και συνεχίζω τις ανασκαφές.

Ξέρω πόσο θα με συχτίρισαν οι άνθρωποι, είχαν και εκνευρισμό από την καθυστερηση, ο μπροστινός ειδικά, είχε δώσει πόνο στις βρισιές, αλλά ρε παιδιά, δεν γίνεται να εξαφανίστηκε ολόκληρο -μια σταλίτσα δηλ- δαχτυλίδι!

Φωνάζω και τη μία φίλη μου που καθόταν διακόσιες θέσεις πιο μπροστά. Ήξερα ότι αν ένας άνθρωπος σε αυτό το αεροπλάνο μπορούσε να το βρει, ήταν ΕΚΕΙΝΗ.

Έρχεται με το ύφος και τον αέρα του επαγγελματία ντετέκτιβ που έχει πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό της!

«Ωχ, υπάρχει κι άλλη σαν αυτήν;» θα σκέφτηκαν στάνταρ οι νεαροί της σειράς μου.

Η φίλη ανοίγει με αποφασιστικές κινήσεις το βαλιτσάκι-Σπορτ Μπίλι μου.

«Δε νομίζω ότι το δαχτυλίδι άνοιξε μόνο του το φερμουάρ και χώθηκε μέσα!» σχολιάζω εγώ η αμφισβητίας.

Εν τω μεταξύ, όσο ψαχούλευε μισοβγάζοντας τα πράγματα έξω, σκεφτόμουν ότι θα εμφανιστούν και τα εσώρουχα και τα διάφορα που έχω μέσα, και το σόου θα αποκτήσει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους γύρω.

Ίσως να έφτιαχνε και το κέφι του μπροστινού!

Αφού τελείωσε με πατώματα, τσάντες και μπουφάν -που τα γύρισε όλα μέσα-έξω, σήκωσε και το μαξιλάρι του καθίσματος.

«Μα καθόμουν ΠΑΝΩ στο κάθισμα όταν μου έφυγε το δαχτυλίδι!» το χαβά μου εγώ, νομίζοντας ότι κάνει άκυρες κινήσεις.

Ε, ΠΑΙΔΙΑ, ΗΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ!

Όχι στο πάτωμα, αλλά σφηνωμένο μέσα στο μαξιλάρι, εκεί ακριβώς που κάθεται ο πισινός μας!

«Ορίστε!», μου λέει.

«Συγγνώμη που σε αμφισβήτησα, είσαι θεά!», είπα εγώ.

Τέλος καλό, όλα καλά!

Καλά  που υπήρχε μια καθυστέρηση 3,5 ωρών μέσα στο καθηλωμένο αεροπλάνο, όπου όλοι έβριζαν, πεινούσαν, είχαν κορακιάσει από τη δίψα – η εταιρεία δεν μας προσέφερε ούτε γουλιά δωρεάν νερό- απαράδεκτο αλλά εμένα το μόνο που με ένοιαζε ήταν οτι ΕΓΩ ΦΟΡΟΥΣΑ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΜΟΥ!

Αυτααα… Φινίτο λα μούζικα, πασάτο λα φέστα!

Τσάο μπέλοι και μπέλες!

About Author

Μοιραστείτε το :