Τέχνη

Στο άπειρο πουά και τους καθρέφτες ψυχής της Γιαγιόι Κουσάμα

Μοιραστείτε το :

Στην κουζίνα της οικογένειας Κουσάμα, το νερό στην κατσαρόλα για το ράμεν είχε αρχίσει να κοχλάζει. Η δεκάχρονη Γιαγιόι στεκόταν δίπλα στη μητέρα της, τη Σιγκέρου, η οποία τεμάχιζε λαχανικά με γρήγορες, κοφτές κινήσεις.

«Μαμά, βλέπω συνέχεια κουκίδες. Καλύπτουν το τραπέζι, τους τοίχους, εσένα…»

Η Σιγκέρου δεν σταμάτησε το μαχαίρι της. Το μυαλό της ήταν αλλού και θολό από την οργή για τον σύζυγό της, τον Καμόσου.

«Να σε πάμε σε οφθαλμίατρο» απάντησε μηχανικά.

«Να με γράψετε σε ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι, ίσως;» ψιθύρισε για πολλοστή φορά η μικρή την επιθυμία της.

Η Σιγκέρου άφησε το μαχαίρι με έναν δυνατό γδούπο.

«Αν έχεις παραισθήσεις να σε πάμε στο Δαφνί! Προς το παρόν πήγαινε να βρεις τον πατέρα σου. Μάθε πού βρίσκεται και με ποια είναι»

Ο γάμος των γονιών της ήταν αποτέλεσμα συνοικεσίου. Η προξενήτρα δεν είχε κάνει καλό ματς, όμως.

Η Σιγκέρου ήταν από πλούσια οικογένεια ενώ ο Καμόσου δεν είχε στον ήλιο μοίρα και αυτό τον έκανε να νιώθει μειονεκτικά. 

Ιδίως όταν αναγκάστηκε να πάρει το επίθετο της γυναίκας του, όπως όριζαν οι κανόνες.

Ίσως ένιωθε λοιπόν περισσότερο άνδρας όταν βρισκόταν στα λαβ χοτέλς με άλλες γυναίκες.

«Όχι πάλι, μαμά, σε παρακαλώ…» ικέτεψε η Γιαγιόι, μάταια όμως.

«Πήγαινε, είπα!» της απάντησε άγρια.

Το να λύσει τη δυσλειτουργική σχέση με τον άντρα της χωρίς να ανακατέψει το παιδί, δεν της περνούσε από το μυαλό.

Η μικρή υπάκουσε και έφυγε μέσα στη νύχτα, να κατασκοπεύσει τον πατέρα της. 

Μετά θα επέστρεφε σπίτι με τις λεπτομέρειες και έπειτα η μητέρα της θα ξεσπούσε όλον τον θυμό της πάνω της. 

Έτσι απέκτησε έναν βαθύ, μόνιμο τρόμο για το σεξ και το ανδρικό σώμα. 

Όταν μεγάλωσε, έβαλε δυο ρούχα σε έναν σάκο και έφυγε για τη Νέα Υόρκη.

Εκεί, μακριά από το κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον της, προσπάθησε να αντιμετωπίσει το τραύμα της και να παράξει τέχνη.

Εκείνο το απόγευμα, καθισμένη στο σαλόνι της, έραβε ασταμάτητα λευκούς υφασμάτινους φαλλούς, γεμίζοντάς τους με βαμβάκι και προσαρμόζοντάς τους πάνω σε μια καρέκλα.

Ο καλλιτέχνης Τζόζεφ Κορνέλ άνοιξε με τα κλειδιά του -του είχε δώσει ένα ζευγάρι- και, μπαίνοντας στο δωμάτιο, χάζεψε έκπληκτος το έργο της.

Την είχε αφήσει να ζωγραφίζει τα περίφημα Infinity Nets, ήτοι, ατελείωτα επαναλαμβανόμενα δίχτυα από μικρές πινελιές, που μοιάζαν να μην έχουν ούτε αρχή ούτε τέλος.

«Για κάποια που φοβάται τα ανδρικά όργανα, περιστοιχίζεσαι από πάρα πολλά», σχολίασε.

«Είναι ο μόνος τρόπος», του απάντησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από τη βελόνα της. 

«Αν φτιάξω χιλιάδες από αυτά, αν τα αγγίζω κάθε μέρα, ο φόβος θα χάσει τη δύναμή του. Είναι η ψυχοσωματική θεραπεία μου», συμπλήρωσε.

«Οκέι, το ακούω. Θες να κάνεις ένα διάλειμμα; Οι χίπις έχουν αντιπολεμικό συλλαλητήριο για τον πόλεμο στο Βιετνάμ», της είπε.

Η Κουσάμα σηκώθηκε πρόθυμα, με μια νέα ιδέα να ανάβει πάνω από το κεφάλι της σαν άλλος Κύρος Γρανάζης.

«Βγάλτε τα ρούχα σας! Ζωγραφίστε βούλες στο κορμί σας! Σβήστε το εγώ σας μέσα στο σύμπαν!» φώναζε λίγο αργότερα στο σέντραλ παρκ, εκεί που κάποια φιλαράκια έπιναν τον καφέ τους.

Το πλήθος ακολούθησε πρόθυμα την προτροπή της, ανάμεσά τους και η Φοίβη Μπουφέ.

Ένας δημοσιογράφος την πλησίασε.

«Εσείς γιατί δεν γδύνεστε; Γιατί δεν συμμετέχετε;» τη ρώτησε βλέποντάς την κουμπωμένη μέχρι το λαιμό.

«Εγώ είμαι μόνο η Μαέστρος», του απάντησε ζωγραφίζοντας κόκκινες βούλες στην πλάτη ενός διαδηλωτή. «Η τέχνη μου είναι ασεξουαλική. Είναι κάθαρση, όχι πράξη. Ομως θα κάνω σεξ με τον Πρόεδρο Νίξον αν τερματίσει τον πόλεμο! Να το ανεβάσετε αυτό», του είπε και άρχισε να βάζει βούλες στην Φοίβη.

Στο πλευρό της βρισκόταν ο Τζόζεφ Κορνέλ. 

Η μητέρα του, εξίσου αυταρχική με τη δική της, τον παρακολουθούσε πάντα από μακριά.

«Γιαγιόι», της είπε πιάνοντάς της το χέρι με το πινέλο και σταματώντας την για ένα λεπτό από το έργο. 

«Είσαι καταπληκτική και είσαι η μόνη που νιώθω τόσο κοντά μου»

«Αμοιβαία τα αισθήματα, Τζόζεφ», του απάντησε και του έδωσε ένα φιλί.

Το επόμενο λεπτό, δυο κουβάδες με παγωμένο νερό χύθηκαν πάνω στα κεφάλια τους.

Η μητέρα του Τζόζεφ είχε πάθει κρίση.

«Μακριά από αυτήν! Μακριά από τις γυναίκες!» φώναζε αλλόφρονα στον γιο της.

Ωστόσο, ο γιος της και η Γιαγιόι έζησαν μια βαθιά, αμιγώς πλατωνική αγάπη και είχαν αμοιβαία καλλιτεχνική εκτίμηση.

Όταν εκείνος πέθανε το 1972, η Γιαγιόι ταράχτηκε βαθιά και δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την απώλεια.

Γι αυτό, έκλεισε εισιτήριο με την επόμενη πτήση για την Ιαπωνία.

Η επιστροφή της ήταν εφιαλτική.

Ο Τύπος, τα σόσιαλ μίντια, της είχαν κάνει κάνσελ.

«Τι περιμενες; άφριζε η μητέρα της.«Είσαι μια τρελή που έκανε όργια στη Νέα Υόρκη, τι θες να σου στρώσουν κόκκινο χαλί;» 

Η Γιαγιόι κάλεσε ένα ούμπερ ταξί και πήγε στην Ψυχιατρική Κλινική Seiwa στο Τόκιο.

«Θέλω να εισαχθώ οικειοθελώς», είπε στον γιατρό που είχε εφημερία.

«Είστε σίγουρη;»

«Θα αγοράσω το κτίριο απέναντι και θα το κάνω ατελιέ μου. Το πρωί θα δουλεύω εκεί. Το βράδυ θα επιστρέφω στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Η τέχνη είναι το φάρμακό μου», εξήγησε όσο πιο απλά μπορούσε την κατάστασή της.

Η ιαπωνική συντηρητική κοινωνία την κράτησε στο περιθώριο μέχρι το 1992, που στα γραφεία του Japan Foundation τα μίτινγκ είχαν πάρει φωτιά.

Ο ιστορικός τέχνης Ακίρα Τατεχάτα χτυπούσε το αντρικό χέρι του, το γεμάτο κύρος, στο τραπέζι των γραφειοκρατών.

«Είστε σοβαροί;» φώναζε στους συντηρητικούς υπεύθυνους. «Έχουμε τέτοια καλλιτέχνιδα στη χώρα μας και δε θα τη στείλουμε στην Μπιενάλε της Βενετίας;»

«Κύριε Τατεχάτα, η γυναίκα αυτή έχει βεβαρημένο παρελθόν. Είναι προκλητική», απάντησε ένας αξιωματούχος.

«Το Ιαπωνικό Περίπτερο του 1993 ανήκει σε εκείνη. Αλλιώς παραιτούμαι», έδωσε εκείνος τελεσίγραφο.

Του κάνανε το χατίρι.

Πράγματι, η έκθεση στη Βενετία το 1993 προκάλεσε σεισμό στον παγκόσμιο χάρτη της τέχνης.

Οι βούλες της έγιναν υπογραφή, εμμονή, Τέχνη.

Το ίδιο και οι κολοκύθες της. Κίτρινες, γεμάτες μαύρες βούλες, σαν να είχαν ξεπηδήσει από το ίδιο παράξενο σύμπαν που κατοικούσε στο κεφάλι της από παιδί.

Όπως και τα καθρεφτένια της δωμάτια, που έμπαινες μέσα και ξαφνικά υπήρχαν εκατοντάδες εσύ..

Άπειρες αντανακλάσεις που έκαναν το είδωλό σου να πολλαπλασιάζεται μέχρι να χαθεί μέσα στο άπειρο. 

Οι βούλες, τα δίχτυα και οι καθρέφτες, όλα οδηγούσαν στο να εξαφανιστεί το εγώ μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.

Αυτό ήταν το νόημα της τέχνης της.

Να πάρεις όλα όσα σε κυνηγούν και να τα μετατρέψεις σε κάτι τόσο μεγάλο, ώστε στο τέλος να χαθείς εσύ μέσα σε αυτά.

Λίγα χρόνια αργότερα, η Γιαγιόι Κουσάμα, φορώντας την κόκκινη περούκα της και ένα φόρεμα γεμάτο βούλες, στεκόταν μπροστά στον Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας.

«Σας απονέμω το Τάγμα του Πολιτισμού για την ανεκτίμητη προσφορά σας», είπε ο Αυτοκράτορας, παραδίδοντάς της την ανώτατη τιμή του έθνους.

Κάποτε ήταν η ντροπή της οικογένειάς της και της ίδιας της χώρας της, και να, πού έφτασε τώρα.

ΥΓ 1: Η Πριγκίπισσα της Βούλας, η μαχητική ακτιβίστρια, που πάλευε με το τραύμα της, προωθούσε τον φεμινισμό και την παγκόσμια ειρήνη και παρήγαγε Τέχνη αναγνωρίσιμη σε όλον τον κόσμο, πέθανε στις 14 Αυγούστου 2026, πλήρης ημερών, σε ηλικία 97 ετών.

Μέχρι τις τελευταίες της μέρες συνέχιζε να δημιουργεί.

ΥΓ 2: Οι διάλογοι είναι μυθοπλασία. Οι πληροφορίες που μεταφέρουν, όμως, βασίζονται σε αληθινά γεγονότα.

ΥΓ 3: Για αναχρονισμούς – σουρεάλ στοιχεία, βλέπουμε τις πληροφορίες της σελιδας.

About Author

Μοιραστείτε το :