Κυκλοφορώ και αρθρογραφώ

Ο Έρωτας του Βλάντιμιρ Μαγιακόφσκι για την Τατιάνα Γιακόβλεβα

Μοιραστείτε το :

Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Είχε ξαναερωτευτεί και ήξερε.
 
Μάλιστα, γι’ αυτό ήταν στη Γαλλία. Έπαιρνε απόσταση, έβαζε χιλιόμετρα ανάμεσα σε αυτόν και τη Λίλι Μπρικ, τον μεγαλύτερο -μέχρι τότε- έρωτα της ζωής του, που ήταν παντρεμένη με τον Εκδότη του.

Όχι ότι αυτό τους εμπόδισε, καλά περνούσαν, αλλά αυτό το τρίο, δεκατρίο χρόνια μετά, είχε φτάσει πλέον σε ένα τέλμα.  

Οι καυγάδες μεταξύ τους και η θλίψη άρχισαν να τον καταβάλλουν ψυχολογικά. Δεν μπορούσε να εξηγήσει ακριβώς τις μαύρες σκέψεις που έκανε και σίγουρα δεν υπήρχε επίσημη διάγνωση κατάθλιψης.

Πριν έρθει στο Παρίσι, είχε κάνει μια στάση στο Μεξικό, να αλλάξει παραστάσεις, μήπως φτιάξει η διάθεσή του. 

Σκόπευε να γνωρίσει τη Φρίντα Κάλο και να συζητήσουν περί Τέχνης, Έρωτα και άλλων δαιμονίων αλλά εν τω μεταξύ γνώρισε την Αμερικάνα Έλι Τζόουνς, και του έγινε απόσπαση προσοχής. 

Αν και με την Έλι απέκτησαν μία κόρη, η θλίψη πεισματικά δεν τον εγκατέλειπε. 

«Ο έρωτας είναι έμπνευση, ζωή, το γιατρικό που πρέπει να λάβεις» σημείωσε στα γρήγορα στο σημειωματάριο που είχε πάντα στην τσέπη του.

Ξαφνικά ένιωθε πιο καλά από ποτέ. Βρισκόταν στην πόλη του φωτός, έτοιμος για μια νέα αρχή.

Η ψηλή, ξανθιά, με τα γαλάζια μάτια -θάλασσες, μπροστά του, τραβούσε όλα τα βλέμματα, κανείς όμως δεν τολμούσε να της μιλήσει. 

Εκείνου όμως, ουδεπόποτε του έλειπε το θάρρος.

Πέταξε το τσιγάρο του και  πλησίασε προς το μέρος της.

«Δεσποινίς, με λένε Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και είμαι κορυφαίος Σοβιετικός ποιητής», της συστήθηκε.

«Μετριόφρων σας βρίσκω» γέλασε εκείνη αποκαλύπτοντας τα  μαργαριταρένια δόντια της.

«Εγώ σας βρίσκω το ωραιότερο πλάσμα του κόσμου» της απάντησε εκείνος.

«Τατιάνα Γιακόβλεβα» του έδωσε το χέρι της.

«Ενσαντέ, Τατιάνα» της το φίλησε εκείνος.

«Και τι ποίηση γράφετε;» τον ρώτησε.

«Τα ποιήματα μου αφορούν στον έρωτα και την επανάσταση αλλά και την τέχνη. Είμαι άριστος και στα τρία και μπορώ να τα αποδώσω όπως τους πρέπει», γέλασε εκείνος.

Η αυτοπεποίθηση είναι ως γνωστόν αφροδισιακή και ο Βλαντιμίρ της τράβηξε το ενδιαφέρον.

Δεν είχαν πολλά κοινά, αλλά λένε ότι τα αντίθετα έλκονται, ήταν και πολύ όμορφος άντρας.

Επίσης, ήταν πολύ κολακευτικό που έγραφε για εκείνη ποιήματα ένας διάσημος ποιητής και σε κάθε περίπτωση τον ερωτεύτηκε.

Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι θα τον ακολουθούσε πίσω στη Ρωσία. Στην πρότασή του να φύγει μαζί του, απάντησε αρνητικά. 

Άλλωστε, αφού ήταν τόσο ερωτευμένος μαζί της, ας έμενε αυτός στο Παρίσι.

«…Δεν με νοιάζει τίποτε,

εσένα

κάποια στιγμή θα σε πάρω –

μόνη

ή μαζί με το Παρίσι….» της έγραψε και της άφησε ποστ ιτ, πάνω στο ψυγείο.

Ναι, χωρίς αμφιβολία, αυτός ο έρωτας του τη συγκλόνιζε αλλά δε θα άφηνε τον Πύργο του Άιφελ για τον Πύργο Σούκοφ.

Η ορμή, το πάθος του το ασυγκράτητο, η έντονη ενασχόλησή του με τα κοινά και την πολιτική, την τρόμαζαν.

Αυτή ήθελε πιο χαλαρά πράγματα, ήταν γυναίκα του σαλονιού, ήθελε να πίνει το τσάι της και να κρατάει το φλιτζανάκι με το μικρό της δαχτυλάκι απλωμένο. 

Και εκείνος μπορεί να καταγόταν από ευγενείς, αλλά από μικρή σχετικά ηλικία διαδήλωνε κατά της τσαρικής Ρωσίας και πριν καν ενηλικιωθεί φυλακίστηκε τρεις φορές λόγω της πολιτικής του δράσης.

 Άσε που κι ο Στάλιν είχε εκνευριστεί μαζί του με κάτι σατιρικά έργα που έγραψε, και που να μπλέκει τώρα με επαναστάτες και τέτοια.

Ο Μαγιακόφσκι με την καρδιά σπασμένη σε  χίλια κομμάτια, έβγαλε ουάν γουέι τίκετ με προορισμό τη Μόσχα.

Στο δρόμο για το αεροδρόμιο, σταμάτησε σε ένα ανθοπωλείο. Τους έδωσε όλα τα χρήματα που είχε πάνω του και λίγα ακόμα. 

Μόλις είχε πληρωθεί και ήταν βαριά η τσέπη του.
 
Έδωσε εντολή κάθε βδομάδα, βρέξει χιονίσει, να στέλνουν το πιο ωραίο μπουκέτο με λουλούδια στην Τατιάνα.

Είχε λίγο καιρό πίσω στη Μόσχα, όταν ένα βράδυ εκεί που έπινε τη βότκα του στον καναπέ του, πήρε την απόφασή του.

Σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του. Τράβηξε πιο κοντά του το μελανοδοχείο. Βούτηξε μέσα την πένα του.

[…Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών..].

Υπέγραψε την επιστολή -ποίημα και πήρε το πιστόλι του από το συρτάρι. Το ουάν γουέι τίκετ, αυτή τη φορά είχε προορισμό το μεγάλο ταξίδι.

Η Τατιάνα, διαλύθηκε όταν άνοιξε την τηλεόραση και έμαθε την τραγική είδηση.

Μπορεί να ζούσαν χώρια, όμως όσο εκείνος υπήρχε, τον ένιωθε κοντά της, και ποτέ δεν ξέρεις…πάντοτε μπορούσαν να αλλάξουν γνώμη και να ξαναγίνουν ζευγάρι.

Την επόμενη εβδομάδα, πολύ νωρίς το πρωί, χτύπησε το κουδούνι της.

«Ποιος με έβλεπε στον ύπνο του;» αναρωτήθηκε και πήγε να ανοίξει την πόρτα.

«Λουλούδια για την κυρία»

«Από ποιον;»

«Έχει κάρτα»

«Από τον Μαγιακόφσκι» διάβασε στην κάρτα.

Το ανθοπωλείο, πιστό στη συμφωνία τους, κάθε βδομάδα έστελνε ένα μπουκέτο λουλούδια από εκείνον σε εκείνη.

Περνούσαν τα χρόνια, όλα άλλαζαν, το γνωστό πάντα ρει του Ηράκλειτου. Μόνο το μπουκέτο με τα πανέμορφα λουλούδια παρέμενε σταθερό.

Ήταν νια -22 ετών- και γέρασε, αλλά κάθε βδομάδα το ανθοδοχείο της φιλοξενούσε το πιο ωραίο μπουκέτο με λουλούδια!

Η ερωτική τους ιστορία είχε περάσει στην αιωνιότητα. 

Συζητιόταν στους καλλιτεχνικούς κύκλους στο Παρίσι και στην Μόσχα για το αν είναι αληθινή ή με το πες πες πες, απέκτησε μόνη της οντότητα.

Ένας συμπατριώτης της όταν την επισκέφθηκε, πολλά χρόνια αργότερα, ήθελε πολύ να μάθει αν ισχύε αυτό το λαβ στόρι, αλλά ντρεπόταν να κάνει την αδιάκριτη ερώτηση.

Σκέφτηκε όμως ότι μισή ντροπή δική μου, μισή δική της και τη ρώτησε: 

«αληθεύει  η ιστορία με τα λουλούδια; Ότι σας στέλνει ακόμα λουλούδια από τον άλλο κόσμο;»

«Πιείτε αγαπητέ μου το τσάι σας πριν κρυώσει και εύχομαι να μη βιάζεστε» του απάντησε εκείνη ήσυχα.

Δεν πέρασαν δέκα λεπτά όταν χτύπησε το κουδούνι.

«Κάνετε τον κόπο να ανοίξετε;» τον παρακάλεσε.

Εκείνος σηκώθηκε και ανοίγοντας είδε έναν νεαρό που κρατούσε ένα μπουκέτο λουλούδια.

«Λουλούδια για την κυρία Τατιάνα Γιακόβλεβα από τον κύριο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι»! είπε εκείνος σοβαρά σοβαρά.

«Αγαπητέ, πήρατε την απάντησή σας», σχολίασε η Τατιάνα Γιακόβλεβα.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου

κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.

Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,

ωραίος τραβάω, τραβάω.

εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!…

Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.

Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

About Author

Μοιραστείτε το :