Η μυθιστορηματική ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα
Το ημερολόγιο στον τοίχο έγραφε 1926 και το δεκαεπτάχρονο αγόρι βρισκότανε με τη γιαγιά του στην πολυτελή σάλα του αρχοντικού τους στην Αλεξάνδρεια.
Μόλις τον είχε πιάσει στα πράσα με ένα σάκο στον ώμο την ώρα που ετοιμαζόταν να το σκάσει.
«Θα πάω στην πατρίδα» της εξήγησε.
«Κωνσταντίνε Κουτσούδη, δεν έχεις να πας πουθενά».
«Λέγε με Αλέξανδρο Ιόλα! Πολύ θα το εκτιμούσα!».
«Τι τρέλες είναι αυτές αγόρι μου;»
«”Κουτσούδης” δεν είναι εύηχο, πώς να το κάνουμε τώρα;»
«Θα σου ‘ρθει καμιά ιπτάμενη παντόφλα».
«Μου ‘ρθει ξεμούρθει, εγώ θ’ αλλάξω το όνομά μου και θα φύγω για την Ελλάδα».
«Τουλάχιστον πήγαινε στη Γερμανία ή τη Γαλλία… Η Ελλάδα δεν είναι έτοιμη για σένα».
«Δεν γίνεται! Έχει ήδη κανονιστεί να κάνω χορευτικό στον Παρθενώνα!».
«Αυτός ο Καβάφης σε ξεσήκωσε. Είναι κακή επιρροή. Τα ‘λεγα εγώ στον πατέρα σου, που σε άφηνε να ξημεροβραδιάζεσαι σπίτι του».
«Ο κύριος Κωνσταντίνος με βοήθησε. Έγραψε για μένα συστατικές επιστολές προς τους κυρίους Σικελιανό, Παλαμά και Μητρόπουλο! Όταν φτάσω Ελλάδα θα με περιμένουν τα καλύτερα και οι καλύτεροι!».
«Παιδί μου, ο πατέρας σου θέλει να γίνεις βαμβακέμπορος, να συνεχίσεις την οικογενειακή επιχείρηση», έκανε μια τελευταία προσπάθεια να τον μεταπείσει η γιαγιά του.
«Όταν ο πατέρας μου έφυγε από τη Χίο και ήρθε Αλεξάνδρεια, ρώτησε τον παππού;»
«Μα, αν φύγεις, ποιος θα ασχοληθεί με το βαμβάκι;»
«Εγώ πάντως θα ασχοληθώ με τις τέχνες. Θα γίνω χορευτής ή κάτι τέτοιο».
«Θα θυμώσει ο πατέρας σου. Τέλος πάντων, ένας Κατσούδης δεν μπορεί να κυκλοφορεί άφραγκος. Πάρε αυτές τις χρυσές λίρες και πήγαινε στην ευχή του Θεού», τον χαρτζιλίκωσε η γιαγιά.
«Είσαι η καλύτερη γιαγιά του κόσμου!», της έσκασε δυο φιλιά το αγόρι και έφυγε μες τη νύχτα με το θάρρος και το θράσος που δίνουν τα νιάτα, οι χρυσές λίρες στην τσέπη, οι συστατικές επιστολές και ο… καθρέφτης του.
«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος είναι ο καλύτερος και ο ομορφότερος;», τον ρωτούσε συχνά-πυκνά.
«Εσύ, Αλέξανδρε Ιόλα», του απαντούσε εκείνος χωρίς δισταγμό!
Ήταν κούκλος, είχε λεφτά, είχε ταλέντο! Τα είχε όλα! Δεν υπήρχε περίπτωση να αποτύχει και όντως, μόλις έφτασε στην Ελλάδα έγινε αμέσως περιζήτητος χορευτής.
Κατά το 1929 αποφάσισε να πάει στο Βερολίνο για περαιτέρω σπουδές χορού και όταν ο Χίτλερ πήρε την εξουσία, εκείνος πήρε τον ίδιο σάκο που είχε φύγει από την Αλεξάνδρεια και ταξίδεψε για το Παρίσι! Θα χόρευε στα γαλλικά μπαλέτα και θα έκανε τις γνωριμίες του! Αυτό ήταν το πλάνο του!
Πράγματι, ήρθε σε επαφή με ανθρώπους της τέχνης, σουρεαλιστές, μοντερνιστές και μποέμ τύπους, λάτρεις του ωραίου.
Ω, κι αυτός ήταν πολύ ωραίος! Του το έλεγε κι ο καθρέφτης του, όπως είπαμε παραπάνω!
Ένα πρωινό, περνώντας έξω από μια γκαλερί, είδε στη βιτρίνα έναν πίνακα που του έκανε το κλικ της ζωής του.
Ήταν του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, που σας έλεγα κάμποσα ποστ πιο κάτω από το ΡΟΖΣΑΓΚΟΥΙΝΙ!
Μπήκε μέσα, έδωσε προκαταβολή και έγινε φίλος με τον ζωγράφο, που τον γνώρισε σε δικούς του φίλους, και οι φίλοι του σε άλλους φίλους.
Φίλοι των απολύτως φίλων του, που λέει και η Μουτίδου, έγιναν φίλοι του, και εν τέλει βρέθηκε στην αφρόκρεμα του πνεύματος και της καλλιτεχνικής ζωής, με κολλητούς τον Κοκτώ, τον Πικάσο!
Όταν μετακόμισε στην Αμερική έκανε σχέση με την Θεοδώρα Ρούσβελτ, της γνωστής οικογενείας, που ήταν επίσης χορεύτρια.
Σκέφτηκαν να παντρευτούν, αλλά οι δικοί της της είπανε «Νόου, Θεοδώρα» και έληξε εκεί το θέμα.
Εν τω μεταξύ, είχε κάνει το ντεμπούτο του στο Metropolitan Opera House, χορεύοντας την La Traviata, και αυτή η επιτυχία άνοιξε και άλλες πόρτες.
Εδώ που τα λέμε δεν είχε βρει και καμία ερμητικά κλειστή!
Όλες ανοιχτές ήταν και τα σκυλιά δεμένα!
Όταν χτύπησε το πόδι του κι έληξε η καριέρα του στο χορό, είχε έτοιμο πλαν Β!
Λάτρης της τέχνης και με κολλητούς ζωγράφους, το 1946 άνοιξε την πρώτη του γκαλερί!
Αυτός ανακάλυψε τον Άντι Γουόρχολ, κάνοντάς του την πρώτη του έκθεση!
Από εκεί και μετά, η πορεία ήταν μόνο ανοδική και θριαμβική. Άνοιγε τη μία γκαλερί μετά την άλλη, όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη.
Η επιρροή του στην τέχνη ήταν αδιαμφισβήτητη, τα πεντοχίλιαρα ήταν πετσετάκια, ζούσε σαν πρίγκιπας, σαν ήρωας μυθιστορήματος!
Κάθε καλοκαίρι ερχόταν στην Ελλάδα. Αγαπούσε την πατρίδα του!
Γι’ αυτό έψαχνε Έλληνες δημιουργούς να τους προωθήσει στο εξωτερικό, όπου είχε τόση επιρροή!
Αγόρασε κι ένα σπίτι μέσα σε κάτι αμπελώνες στην Αγία Παρασκευή, που τότε όχι μετρό, αλλά ούτε λεωφόρους δεν είχε, και το έκανε παλάτι-γκαλερί.
Μιλάμε για την περίφημη βίλα Ιόλα, που η φίλη σας η Νουαζέτα, ως γέννημα-θρέμμα Αγιοπαρασκευιώτισσα, ήξερε και έβλεπε από πάντα!
Απέναντι από τη βίλα του -αυτό ήταν αρκετά μακριά, μιλάμε για χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα το σπίτι του σπιτάκι του, φτωχοκαλυβάκι του- έκτισε και σπίτια για τις δυο αδελφές του, τη Νίκη και την Ηρώ!
Στη βιλάρα αυτή πεταγόντουσαν για ένα μέτριο γλυκί βραστό από τον Βερσάτσε και τον Αρμάνι έως τον Άντι Γούόρχολ.
Στην Ελλάδα δεν ήταν πολύ διάσημος ακόμα αν και γνώριζε τη Μελίνα -μία ήταν η Μελίνα- και τον Κακογιάννη και είχε βοηθήσει στη χρηματοδότηση της Στέλλας κρατάω μαχαίρι και ήταν στενός φίλος του Ταχτσή.
Έγινε πασίγνωστος όταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου άρχισε να διαφημίζει στις σελίδες του Ίακχου, με τα σουαρέ της κοσμικής Αθήνας, τα δικά του πάρτι!
Μιλάμε για τις δεκαετίες 70-80, θα μπορούσα να τον βάλω και στην ΟΔΟ ΣΧΕΔΙΑΣ, πλάκα πλάκα!
Έγινε χαμούλης γιατί η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω παραήταν προκλητική.
Οι εκκεντρικές εμφανίσεις του, αυτά που φορούσε, κάτι χρυσοί μανδύες, εσάρπες, γούνες, μαντήλια, εξαντρίκ πουκάμισα και ακόμα πιο γιούχου παπούτσια, σχολιάζονταν αρνητικά και εξήπταν τη φαντασία κάθε συγγραφέα του μπι.
Εμένα μου θύμισε έναν μετέπειτα γνωστό μάνατζερ ποπ τραγουδιστών!
Φήμες άρχισαν να δημοσιεύονται στον κίτρινο τύπο για πάρτι με ούζα και διάφορες “προστυχιές”.
Δεν έκρυβε τις σ3κσouαλikες του προτιμήσεις -το αντίθετο, μάλιστα- το διαλαλούσε ότι ο Γκρικ λοβερ με τρίχα για πουλόβερ είναι ο καλύτερος
Αυτό σε μια εποχή που τέτοιες δηλώσεις κόστιζαν, και κόστιζαν ακριβά. Όποιος κι αν ήσουν!
Ε, είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για εκείνον και το κερασάκι ήταν η συνέντευξη που έδωσε το 1981 στο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ.
Τι την ήθελε;
Εφημερίδες και μίντια τον γλέντησαν και άτομα δικά του που είχε μες το σπίτι του, τον κατέστρεψαν.
Σκάι γουοζ σε λίμιτ, έφτασε εκεί, αλλά προσγειώθηκε απότομα.
Κατηγορούνταν για διάφορα, ανάμεσα στα οποία και για αρχαιοκαπηλία. Αυτά στο εσωτερικό.
Στο εξωτερικό, την ίδια χρονική στιγμή, η Γαλλική δημοκρατία τον τιμούσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η «Le Monde» κι η «Liberation» έγραφαν ύμνους γι’ αυτόν!
Μέσα σε αυτήν την αναμπουμπούλα, το 1984, δώρισε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης 47 έργα σύγχρονης τέχνης από την προσωπική του συλλογή και υποσχόταν να δωρίσει και άλλα!
Το μόνο που ζητούσε ήταν «να αποκατασταθεί το όνομά μου γιατί πόρνος, αρχαιοκάπηλος και ναρκομανής δεν υπήρξα ποτέ».
Δεν πρόλαβε ούτε άλλη δωρεά να κάνει, ούτε να πάει η υπόθεση για αρχαιοκαπηλία στο δικαστήριο, γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος στην Νέα Υόρκη.
Τα πολύτιμα έργα τέχνης στο σπίτι του στην Αγ Παρασκευή εξαφανίστηκαν μαγικά και το ίδιο το σπίτι αφέθηκε στη μοίρα του! Οι κληρονόμοι μάλλον δεν μπόρεσαν να το φροντίσουν/προστατέψουν; Ποιος ξέρει τι να έγινε…
[Οι φωτογραφίες της κεντρικής εικόνας του κειμένου είναι από
hunregardoblique.com
Sothebys.com
Dailyartmagazine]
About Author


