Ο Γουίλκι Κόλλινς κι ο Κάρολος Ντίκενς ήταν κολλητοί
Ήταν ένα κλασσικό φθινοπωρινό βράδυ του 1860, από αυτά που σε κάνουν να έχεις μελαγχολία και να μην ξέρεις ακριβώς το γιατί. Το σήκωνε το ποτό και γι’ αυτό οι δύο άντρες τα πίνανε σε ένα ωραίο μπαρ στην πλατεία Αυδή.
«Τσαρλς; Σκέφτεσαι ποτέ ότι έχουμε ναρκισσιστική συμπεριφορά, όπως θα λέγανε και στο 2025;» ο Γουίλκι Κόλλινς έσπασε τη σιωπή κάνοντας την ρητορική ερώτηση του ενός εκατομμυρίου ευρώ, πίνοντας μια γερή ρουφηξιά από το ουίσκι του.
«Γκίλτι ας τσάρτζες, μπρο» απάντησε ο κολλητός του, ο Κάρολος Ντίκενς, κάνοντας νόημα στην σερβιτόρα να φέρει άλλη μία γύρα.
«Γι αυτό έχουμε αυτήν την τοξική συμπεριφορά στις γυναίκες μας; Ας είμαστε ειλικρινείς, μόνοι μας είμαστε, δε μας ακούει κανείς».
«Με τον Φρόιντ έχω βγει για ποτό ή με τον φίλο μου τον Γουίλκι;» τον ρώτησε με τη σειρά του ο Κάρολος.
«Τουλάχιστον θα αφήσουμε σημαντική λογοτεχνική κληρονομιά πίσω μας, θα βάλουμε το λιθαράκι μας στην κουλτούρα, την τέχνη, την κοινωνία», συνέχισε ημιμεθυσμένος ο Γουίλκι.
«Έτσι πιστεύω κι εγώ», συμφώνησε ο Κάρολος.
Εκείνος ως μεγαλύτερος, ήδη το έκανε. Ο Γουίλκι, ήταν στα πρώτα του βήματα και τα πήγαινε εξαιρετικά.
Καλά, εννοείται δε θα γινόταν ποτέ Κάρολος Ντίκενς! Άλλωστε μόνο ο εαυτός του, μπορούσε να είναι, όλοι οι άλλοι ρόλοι ήταν πιασμένοι, που έλεγε και ο πιτσιρικάς ο Όσκαρ Ουάιλντ.
«Είναι συγχωροχάρτι, αυτό όμως;» αναρωτήθηκε δυνατά ο Γουίλκι μισοκλείνοντας τα μάτια, πίνοντας ακόμα μία γερή γουλιά.
Πάντα όταν έπινε έκανε αυτοκριτική και ξεστόμιζε αλήθειες.
«Δεν ξέρω ρε φίλε, δεν είμαι παπάς», του αποκρίθηκε. Σίγουρα θα του έλεγε πάλι για την Κάρολιν και τη Μάρθα, το έβλεπε να έρχεται.
«Άι μιν, εσύ, πήγες να κλείσεις την Κάθριν σε άσυλο για να είσαι άνετος με τη μικρή…» του είπε αιφνιδιάζοντάς τον.
«Μπρο, αυτό είναι κάτι που θέλω να ξεχάσω. Δε θα ήθελα να το συζητάνε και να με σχολιάζουν αιώνες αργότερα στη σελίδα της Νουαζέτα στο φέιςμπουκ», τον έκοψε ενοχλημένος.
«Εντάξει, ας μιλήσουμε για εμένα. Συζώ με την Κάρολιν Γκρέιβς και την κόρη της».
«Γνωστό αυτό», σχολίασε βαριεστημένα. Την είχαν κάνει και άλλες φορές αυτήν την κουβέντα.
«Όμως βγαίνω και με την Μάρθα Ραντ», συνέχισε ο Γουίλκι.
«Και αυτό γνωστό».
«Έχω τύψεις και ενοχές…»
«Άντε πάλι. Σε μπαρ είμαστε ή σε εκκλησία;»
«Δεν είναι δίκαιο, καταλαβαίνεις πώς το λέω» επέμεινε ο Γουίλκι.
«Γουίλκι, η ζωή δεν είναι δίκαιη. Δικηγόρος ήσουν, το ξέρεις καλά…».
Στο μυαλό του ήρθε η μάνα του τη μέρα που του είπε ότι πρέπει να δουλέψει σε εκείνη την σάπια αποθήκη με τους αρουραίους για λίγα κέρματα.
«Το σπούδασα αλλά μέχρι στιγμής μου έχει φανεί χρήσιμο μόνο στις ιστορίες που γράφω, να στέκουν όσα λέω, να μην είναι αρλούμπες», του ξαναείπε ο Γουίλκι.
«Τώρα που είπες ιστορίες, τι θα γίνει με το τέλος από τη «Γυναίκα με τα άσπρα;»
Φωνάζει ο Ζ0υμπεργκερ ότι δεν ανεβάσαμε ποστ και πέφτει η επισκεψιμότητα της σελίδας μας «Ντίκενς Household Words», άλλαξε θέμα ο Κάρολος.
Ευκαιρία να μιλήσουν για λογοτεχνία! Και θέατρο! Και ταξίδια. Ήδη το κέφι του έφτιαχνε.
«Έτοιμο το έχω, απλώς με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, έχω κάπως μουδιάσει. Ξεκίνησα και μια καινούρια ιστορία τη «Φεγγαρόπετρα», τον καθησύχασε εκείνος.
Και το δικό του κέφι έφτιαχνε, όπως κάθε φορά που μιλούσαν για λογοτεχνία!
«Πιασάρικος τίτλος» τον επικρότησε ο φίλος του και ήπιε μια γερή γουλιά.
«Αστυνομικό είναι» τον ενημέρωσε, «ντετέκτιβ και τέτοια»!
«Τύπου Άγκαθα Κρίστι;»
«Δεν έχει γεννηθεί ακόμα, μέιτ»
«Λες να γίνεις ο επόμενος Σέρλοκ Χολμς;
«Αυτός είναι φίξιοναλ χάρακτερ του Κόναν Ντόιλ που γεννήθηκε πέρυσι. Δε γράφει ακόμα, προς το παρόν είναι μαμ, κακά και νάνι».
«Ε, πες τίποτα για την «Φεγγαρόπετρα», με το τσιγκέλι θα στα βγάλω;!»
«Δε λέω! Όταν την τελειώσω, να πας σε ένα βιβλιοπωλείο και να την αγοράσεις αλλιώς, θα κλείσουν τα βιβλιοπωλεία, και εσύ θα κάνεις ποστ στο φέισμπουκ πόσο λυπάσαι».
«Κάτσε ρε φίλε, να πληρώσω γι αυτό που θα σου εκδώσω;»
«Στοιχειώδες Γουότσον! Εσύ θα πληρώσεις. Aν πληρώσω γι’ αυτό που έγραψα, τότε εγώ είμαι το προϊόν και όχι το βιβλίο μου, σωστά;»
«Μα, τι πίνεις σήμερα ρε μπρο;» τον ρώτησε και άρπαξε το ποτήρι του φίλου του γελώντας.
«Δις έιντ τζιμ μπιμ» του σχολίασε συνεχίζοντας να γελάει.
«Έμαθες τα μυστικά μου τώρα» τον παρέσυρε σε νευρικό γέλιο και εκείνον.
«Τα ξέρω τα μυστικά σου! Σε αντίθεση με την Κάρολιν», τον πείραξε!
«Δεν παντρεύομαι, δεν νοικοκυρεύομαι και αυτό δεν είναι καθόλου μυστικό, το ξέρει η Κάρολιν. Της το είχα πει εξαρχής. Αν εκείνη νόμιζε ότι θα με αλλάξει, είναι δικό της θέμα».
«Άλλο δεν παντρεύομαι και άλλο έχω παράλληλη σχέση με τη Μάρθα Ραντ», σχολίασε ο Κάρολος.
«Εντάξει, είμαστε κόμπλικέιτιντ και άμα θες να μάθεις, τα σιτσουέισονσιπς, θα είναι πολύ της μόδας το 2025 και το 2026!», του είπε διαβάζοντας το μήνυμα της Μάρθας στο βάιμπερ.
Η μελαγχολία και η διάθεση για αυτοκριτική είχαν πάει περίπατο.
Το άτακτο μήνυμα της, του απογείωσε τη διάθεση.
«Έφυγα, πάω στο μωρό» του έκλεισε το μάτι.
Δεν πρόλαβε να βγει από το μπαρ και χτύπησε το τηλέφωνό του Κάρολου. Ήταν η Κάρολιν.
«Κάρολε, ψάχνω τον Γουίλκι. Ξέρεις πού είναι;»
«Μαζί είμαστε, έχει πάει τουαλέτα» τον κάλυψε, -εννοείται- αμέσως.
«Θα το ξενυχτήσετε;»
«Καλυτέρα πέσε για ύπνο, Κάρολιν» τη συμβούλεψε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο.
Κοίταξε το ρολόι του. Η δεύτερη παράσταση της Έλεν στο θέατρο έφτανε στο τέλος της και θα τον περίμενε. Πλήρωσε τα ποτά και πήγε να τη βρει.
Όλα καλά, όλα ανθηρά, λογοτεχνικά και προσωπικά για τους δύο φίλους!
Ο Κάρολος ήταν με την Έλεν και ο Γουίλκι το έπαιζε σε διπλό ταμπλό.
Μέχρι που το 1869 απέκτησε παιδί με την Μάρθα.
Η Κάρολιν, αν και αθεράπευτα ερωτευμένη μαζί του, μάζεψε τα πράγματά της και φύγανε με την κόρη της από το σπίτι του.
Βαθιά μέσα της ήλπιζε να την αναζητήσει και να της ζητήσει συγχώρεση και εκείνη θα του την έδινε.
Όσο περνούσαν οι μέρες όμως, τόσο έχανε το μυαλό της και έκανε σπασμωδικές κινήσεις για να τον κάνει να αντιδράσει.
Έφτασε να παντρευτεί έναν πολύ νεότερό της άνδρα για να του δείξει ότι δεν τον έχει ανάγκη, να του αποδείξει ότι περνάει και εκείνη καλά.
Ανέβαζε στόρι που έκανε τη χαρούμενη για να τα βλέπει εκείνος και να ζηλέψει, μήπως την ξαναδιεκδικήσει και είναι πάλι μαζί.
Ο Γουίλκι πράγματι, την ήθελε και την αγαπούσε με τον τρόπο του, ήταν και άψογος μπαμπάς για την κόρη της, να τα λέμε και αυτά, αλλά… η Μάρθα, Μάρθα.
Δύο χρόνια αργότερα, η Κάρολιν άφησε τον σύζυγό της και επέστρεψε στο σπίτι του Γουίλκι επίσημα.
Επίσημη ήταν και η Μάρθα, όμως. Όχι στο ίδιο σπίτι, είπαμε και η Σουηδία έχει τα όριά της.
Η Μάρθα με τα παιδιά τους μένανε δυο στενά παρακάτω, και λέω παιδιά τους γιατί εν τω μεταξύ είχαν αποκτήσει άλλη μία κόρη και ένα γιο.
Ο Γουίλκι, ζούσε και στα δύο σπίτια, ίσως να το είχαν χωρίσει μονές – ζυγές μέρες, δεν ξέρω, θα σας γελάσω και δεν το θέλω!
Η Κουίν Βικτώρια που η εποχή της έγινε συνώνυμη του πουριτανισμού έκανε ότι δεν έβλεπε.
Μεταξύ μας, αφενός, δεν ήταν τόσο συντηρητική όσο της χρέωναν, αφετέρου λάτρευε τον Ντίκενς.
Δε θα έστελνε τον κολλητό του στο μπουντρούμι, επειδή έβγαζε γούστα.
Σε κάθε περίπτωση, ήταν καλλιτέχνης και μάλιστα επιτυχημένος, και αυτό είναι μια καλή δικαιολογία σε κάθε εποχή και σε κάθε αιώνα.
Άσε που είχε και αυτήν την αρθρίτιδα που τον ταλαιπωρούσε πολύ και δεν ήθελε να τον ζορίσει περισσότερο.
Όταν το 1870 π3θαvε ο Ντίκενς, ο Γουίλκι καταρρακώθηκε.
Είχε φύγει ο κολλητός του, ο εκδότης του, ο πιο δικός του άνθρωπος.
Θα πήγαινε να τον βρει το 1889.
Στο ενδιάμεσο, έγραφε ιστορίες, έπινε μπαφ0υς και έπαιζε προ και αφιέρωνε τον χρόνο του στις δύο γυναίκες, τα παιδιά του και τα εγγόνια του!
ΥΓ: Για τους νέους της παρέας μας: Οι διάλογοι και τα σκηνικά είναι ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ. Μπλέκω το παρόν και το παρελθόν, τη φαντασία με την πραγματικότητα!
ΥΓ3: Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενό μου είναι από εδώ: https://vocal.media/bookclub
About Author


