Ο Ρενουάρ και ο χορός στο τρέντι κλαμπ!
«Ζορζ, τι σχέδια έχεις γι’ αύριο;» ρώτησε ο Ρενουάρ τον φίλο που θα έγραφε μερικά χρόνια αργότερα τη βιογραφία του.
«Έλεγα να δω Netflix, το “Ανατολικά της Εδέμ”»
«Θα περιμένει γιατί θα βγεις έξω, στο Moulin de la Galette!»
«Δεν χορεύω, στο έχω πει τόσες φορές…»
«Ε, μη χορέψεις!»
«Και τι θα κάνω στο κλαμπ;»
«Θέλω να κάνω έναν πίνακα, εκεί! Μεγάλο, χορταστικό, μπαμπάτσικο! Πώς είναι η Μόνα Λίζα; Καμία σχέση!»
«Και εμένα τι με θες; Να σου κρατάω τα πινέλα; Δημοσιογράφος και Κριτικός τέχνης είμαι, ζωγράφισε τον πρώτα- βρίσκομαι στην επόμενη πίστα»
«Θα πω και στον Εμίλ Ζολά και το υπόλοιπο παρέακι. Θα μου ποζάρετε διασκεδάζοντας»
«Να σου κάνω το μοντέλο θες;» γέλασε ο φίλος του.
«Θα χορεύετε, θα πίνετε, θα φλερτάρετε, θα κάνετε ό,τι κάνει ο κόσμος σε ένα κλαμπ και εγώ θα σας ζωγραφίζω!»
«Δε χορεύω σου λέω!»
«Εσένα θα σε ζωγραφίσω καθιστό στο τραπέζι στα δεξιά του πίνακα»
«Αν πάμε μόνο αντροπαρέα θα φάμε πόρτα. Θα έρθει η Αλίν, η γυναίκα σου;»
«Μα, δεν έχω παντρευτεί ακόμα! Τώρα που θα ζωγραφίσω τον πίνακα είμαι 35 ετών, δεσμοφοβικός και ορκισμένος ελεύθερος εργένης της μποέμικης Μονμάρτρης!
Τη γυναίκα της ζωής μου, την Αλίν Σαριγκό, θα τη γνωρίσω αργότερα, γύρω στο 1879-1880, και θα την παντρευτώ το 1890, αφού θα έχουμε αποκτήσει το πρώτο μας παιδί!»
«Ε, δε θα μας αφήσουν να περάσουμε. Ξέχασες την τελευταία φορά που πήγαμε στο Venue του Βασίλη Τσιλιχρήστου, το αυστηρότατο face control που μας απαγόρευσε την είσοδο;»
«Θα είναι η Estelle, η αδελφή του αγαπημένου μου μοντέλου, της Margot, θα την βάλω μπροστά μπροστά, θα βρούμε και άλλες απ έξω και θα τους ζητήσουμε να μπούμε μαζί τους! Θα τη βρούμε την άκρη!»
«Οκέι… μέσα! Αλλά δε χορεύω, στο λέω!»
Το επόμενο βράδυ, η παρέα του Ρενουάρ -δημοσιογράφοι, ζωγράφοι, συγγραφείς, επιμελητές, εικονογράφοι- μαζεύτηκε έξω από το μαγαζί.
Βρήκαν και μια γυναικοπαρέα και ο Ρενουάρ που το είχε με τα λόγια, της έπεισε να μπούνε μαζί τους.
Ο πορτιέρης αφού τους κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, τους έκανε νόημα να περάσουν στον χώρο.
Ο Ρενουάρ δεν ήταν κάνας σοβαροφανής που έβαζε τα μοντέλα του να κάθονται μαρμαρωμένα τρεις ώρες μέχρι να πάθουν αγκύλωση.
Τουναντίον, τους ήθελε χαλαρούς να διασκεδάζουν, να μιλάνε, να χορεύουν!
Τις καλύτερες πινελιές του τις έβαλε όταν ο Tiesto, που εκείνο το βράδυ ήταν εκεί, έπαιξε το Silence -Tiesto Remix.
Τα σφηνάκια πηγαινοερχόντουσαν και οι κανάτες με τα καρπουζάκια και τα καμικάζι, το ίδιο, μέχρι που ξημέρωσε.
Τα φώτα του κλαμπ κλείσανε και οι καθαρίστριες μπήκαν να καθαρίσουν.
Και επειδή δεν είχε έρθει ακόμα το 2026 και η γενιά Gen Z που πρέπει να πιει matcha tea ή κάποιο υγιεινό smoothie και να κάνει meditation πριν πάει στη δουλειά, η παρέα του Ρενούαρ πήγε στο κατευθείο για δουλειά, όπως ήταν, με τα ίδια ρούχα, πιωμένοι και άυπνοι.
«Πού είναι ο Κλοντ; γιατί δεν ήρθε;» τον ρώτησε ο Ζορζ Ριβιέρ ψάχνοντας τα γυαλιά ηλίου του.
Ο Κλοντ Μονέ ήταν ο πιο στενός του φίλος του Ρενουάρ. Λίγα χρόνια πριν, οι δυο τους ήταν τόσο φτωχοί που συγκατοικούσαν και μοιράζονταν ένα δωμάτιο.
Υπήρχαν μέρες που δεν είχαν καθόλου χρήματα για φαγητό και επιβίωναν τρώγοντας μόνο πατάτες που καλλιεργούσαν στις ζαρντινιέρες τους!
«Τον ξέρεις τον Κλοντ…» είπε ο Ρενουάρ στον μελλοντικό του βιογράφο.
«Εγώ έχω πάθος με τους ανθρώπους, τις γιορτές και την κίνηση της πόλης.
Εκείνος είναι ερωτευμένος με τη φύση, τα ποτάμια, τα νούφαρα.
Προτιμά να στήνει το καβαλέτο του δίπλα στο ποτάμι παρά μέσα σε ένα από τα πιο ιν κλαμπ των 2000’ς.
Και επίσης, πέφτει παντόφλα από την Καμίγ και μετακομίζουν στην επαρχία, που είναι πολύ πιο φτηνά για μια οικογένεια από ό,τι στο κέντρο του Παρισιού!»
«Ωραίο με έκανες φίλε. Όταν τον ολοκληρώσεις, θα στον αγόρασω», τους διέκοψε βλέποντας το είδωλό του στο βάθος του πίνακα, ένας άλλο φίλος τους, ο επίσης ζωγράφος Γκυστάβ Καγιεμπότ.
Ο Καγιεμπότ, ήταν ο «πλούσιος» της παρέας των Ιμπρεσιονιστών.
Επειδή έβλεπε ότι ο Ρενουάρ και ο Μονέ δεν είχαν κυριολεκτικά να φάνε και οι κριτικοί τους χλεύαζαν, αγόραζε ο ίδιος τους πίνακές τους σε καλή τιμή για να τους στηρίξει οικονομικά.
Πράγματι, αγόρασε τον «Χορό» αμέσως μόλις τελείωσε!
Ένας άλλος κολλητός τους, κι αυτός ζωγράφος, ο Φρεντερίκ Μπαζίλ, πλήρωνε το ενοίκιο στο ατελιέ όπου μαζεύονταν όλοι.
Δυστυχώς, εκείνος σκοτώθηκε νωρίς, στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο το 1870, μόλις 28 ετών.
Ο θάνατός του είχε συγκλονίσει τον Ρενουάρ και ένας από τους λόγους που ήθελε να κάνει αυτόν τον πίνακα ήταν να ξαναβρεί τη χαρά μετά την απώλεια και την θλίψη.
Το αριστούργημά του βγήκε μεγάλο, όπως το ήθελε, πάνω από 1,70 μέτρα!
Κάθε πρωί με την τσίμπλα στο μάτι οι φίλοι του τον βοηθούσαν να κουβαλάει τον πίνακα στο πάρκο Τρίτση, επειδή ο φίλος τους ήθελε να ζωγραφίσει το πώς σκάει το φυσικό φως του ήλιου πάνω στους πρωταγωνιστές του πίνακά του!
Αν αυτό δεν είναι πραγματική φιλία, τότε τι είναι;
Φυσικά, όταν οι κριτικοί της εποχής είδαν τον πίνακα, άρχισαν το κράξιμο.
Οι haters έγραψαν στο Facebook ότι οι κοπέλες στον πίνακα μοιάζουν με… «σάρκες σε αποσύνθεση»!
Κι αυτό επειδή ο Ρενουάρ πρωτοτύπησε και αντί για μαύρες σκιές, έπαιξε με μπλε και βιολετί πινελιές.
Ότι αξίζει όμως, αργά ή γρήγορα φαίνεται. Ο Ρενουάρ έγινε πασίγνωστος, κι από εκεί που έτρωγε μόνο ψωμί, έφτασε να τρώει παντεσπάνι!
Α! Και εκείνο το κλαμπ, το Venue ντε, έγινε σικ γαλλικό μπιστρό-εστιατόριο, με το όνομα Le Moulin de la Galette. Μπορεί και να το ξέρετε!
ΥΓ: Το κείμενο είναι μυθοπλασία, περιέχει αναχρονισμούς και σουρεάλ σημεία, αλλά όλες οι ιστορικές πληροφορίες είναι 100% πραγματικές!
About Author


