Τέχνη

Ο Ματίς, η Καμίλ και η Αμελί. Και η Μαργαρίτα!

Μοιραστείτε το :

Με λένε Ανρί, σε λένε Καμιλ
κρατάω τα αστέρια κρατάς την αυγή
ο κόσμος κοιμάται παντού ησυχία
και εμείς περπατάμε μονάχοι στη γη
Με λένε Ανρί, σε λένε Καμιλ
κρατώ ένα πινέλο, κρατάς μια καρδιά… τραγούδησε στο κορίτσι που καθόταν δίπλα του.
Πριν μία ώρα του ήταν άγνωστη.
Εκείνος είχε έρθει μόνος του μαζί με το καβαλέτο και τα πινέλα του για να ζωγραφίσει στην περιοχή του Άιφελ.
Και τότε την είδε…
Εκείνη χάζευε τον πύργο κι εκείνος χάζευε εκείνη.
Την είχε σκιτσάρει γρήγορα με τα πινέλα του. Είχε φοβερό ταλέντο! Από μικρός.
Ο πατέρας του όμως, του είχε αρνηθεί να σπουδάσει ζωγράφος.
Ευτυχώς, τον πίεσε η μητέρα του και αναγκαζόταν να του στέλνει με iris χρήματα.
Είχε ρωτήσει το όνομά της και της είχε δείξει το σκίτσο της και να, τώρα που εκείνη στεκόταν δίπλα του ανταποκρινόμενη στο φλερτ του.
Ήταν καλοκαίρι ήταν νέοι, ωραίοι και μποέμ! Μόνο να ερωτευτούν μπορούσαν οι δυο τους.
«Τι όμορφο, τώρα το σκέφτηκες;» τον ρώτησε για το τραγούδι.
«Το λέγανε σε μια ταινία που είδα χθες στην τηλεόραση, «το καμικάζι αγάπη μου» και μου άρεσε.
«Εμένα μου αρέσεις εσύ», του είπε η Καμίλ. Δεν ντράπηκε να του πει για τα συναισθήματά της, γιατί η γιαγιά της Νουαζέτα ς της είχε πει ότι όποιος ντρέπεται, στερεύεται.
Και εκείνη είχε στερηθεί πολλά.
Είχε χάσει τους γονείς της σε μικρή ηλικία και την είχαν μεγαλώσει κάποιες μοναχές σε ένα χωριό.
Η ζωή στο μοναστήρι δεν της ταίριαζε, εκείνη ήταν κόσμικ γκερλ, που τραγουδούσε και ο Τζαμιρογκουάι.
Είχε έρθει στο Παρίσι αναζητώντας μια πιο ενδιαφέρουσα ζωή.
Ήταν όμορφη και είχε βρει αμέσως δουλειά ποζάροντας ως μοντέλο.
Και τώρα, την πρώτη της βδομάδα στην πρωτεύουσα, γνώριζε έναν σέξι νεαρό ζωγράφο.
Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, σκέφτηκε.
Η σχέση τους προχώρησε γρήγορα και όταν το 1894, μετακόμισαν μαζί, η Καμίλ ήταν ήδη έγκυος.
Βέβαια, ο γάμος ήταν εκτός συζήτησης για τον Ματίς, γιατί δε σας είπα, ο άγνωστος νεαρός ζωγράφος ήταν ο Ανρί Ματίς.
Ο νόμος απαιτούσε τη συγκατάθεση των γονέων, κι όπως ίσως φαντάζεστε, ο πατέρας του ο Ιππόλυτος, ήταν απόλυτος ότι δεν θα τη δώσει.
Η κόρη τους, Μαργαρίτα, γεννήθηκε τέλος καλοκαιριού, 31 Αυγούστου 1894, και ο Ματίζ την αναγνώρισε κάνοντας τον πατέρα του να μπλοκάρει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις πιστωτικές κάρτες του γιου του.
Η Καμίλ πλέον πόζαρε μόνο για εκείνον αλλά η σχέση τους περνούσε κρίση.
Όταν η φτώχια μπαίνει από την πόρτα, η αγάπη φεύγει από το παράθυρο, λέει ο σοφός λαός.
Ο πίνακας του «Το Τραπέζι του Δείπνου», άνοιξε τον ασκό του Αιόλου κι αυτό γιατί ο Ματίς είχε ξοδέψει τα λιγοστά τους χρήματα για φρούτα.
Η Καμίλ είχε χαρεί όταν εκείνος γύρισε από το σούπερ μάρκετ, αλλά το χαμόγελό της πάγωσε όταν εκείνος δεν την άφησε να κάνει φρουτόκρεμα στο μωρό, χρειαζόταν τα φρούτα ως οπτικό στοιχείο του πίνακα. Τρου στόρι.
Ήταν ένα κομβικό σημείο που συνειδητοποίησαν και οι δύο ότι η ζωγραφική του θα είχε πάντα την πρώτη θέση στην καρδιά του.
Όταν η Καμίλ τον παρακάλεσε να ζωγραφίζει τουλάχιστον πιο συμβατικά, ώστε να έχουν πελάτες, εκείνος αρνήθηκε.
Αυτός ζωγράφιζε για την Τέχνη.
Τότε κι εκείνη τα πήρε στο κρανίο, όχι και πολύ συγγραφικό αυτό, ας πω καλύτερα ότι εξοργίστηκε, και σταμάτησε να του κάνει το μοντέλο.
Ο Ματίς και την αντικατέστησε με μια ξύλινη κούκλα από αυτές που βάζουν στις βιτρίνες και μετακόμισε από το διαμέρισμά τους για να μην ακούει την γκρίνια της.
Εδώ ταιριάζει το μας χρώσταγαν, μας πήραν και τον γάιδαρο, ή κάπως έτσι.
Η σχέση τους πήγαινε από το κακό στο χειρότερο μέχρι που η Καμίλ τον χώρισε. Έφυγε, παίρνοντας μαζί της τη Μαργαρίτα.
Ο Ματίς ζωγράφιζε πλέον ανενόχλητος και έκανε διαλείμματα μονο οταν υπήρχε σοβαρός λόγος, όπως για παράδειγμα όταν έπρεπε να πάει εκκλησία να παντρέψει έναν φίλο του.
Σε αυτόν τον γάμο γνώρισε την Αμελί Παραΐρ…
Η Αμελί ήταν η κουμπάρα της νύφης. Όταν είδε τον κουμπάρο του γαμπρού ερωτεύτηκε ακαριαίως.
Η νύφη το κατάλαβε και στόχευσε εξεπιτούτου την ανθοδέσμη πάνω της!
Δέκα σφηνάκια αργότερα και μια κανάτα καμικάζι, του τραγουδούσε Cause if you like it, then you should’ve put a ring on it της Μπιγιονσέ.
Τρεις μήνες αργότερα η Αμελί γινόταν κυρία Ματίς, παρόλο που ο Ανρί της είχε ομολογήσει πριν από τον γάμο τους:
«Αμελί, σε αγαπώ πολύ, αλλά περισσότερο αγαπώ να ζωγραφίζω. Εξηγούμαι, να μην παρεξηγούμαι».
«Εγώ σε αγαπώ περισσότερο από κάθε τι» του είχε απαντήσει και δεν ήταν λόγια του αέρα.
Απέκτησαν δύο γιους και η Αμελί πιστή σε αυτό που του είπε, άφηνε τα μωρά της στους παππούδες και τον ακολουθούσε σε άλλες πόλεις, όπου εκείνος έψαχνε δουλειά και έμπνευση.
Να πούμε ότι μέχρι τότε δεν είχαν εισόδημα από την Τέχνη του, τους βοηθούσε ο πεθερός, κ. Ιππόλυτος που στο μεταξύ είχε χαλαρώσει την απολυτότητά του.
Ένα απόγευμα ο μελλοντικός πασίγνωστος ζωγράφος είδε σε μια βιτρίνα τους “Λουόμενους”, δηλαδή έναν υπέροχο πίνακα του Σεζάν και τον πόθησε πολύ.
«Τιμούλα;» ρώτησε και όταν την άκουσε τα μάτια του συννέφιασαν. Ήταν πολύ ακριβός για την τσέπη του.
Την επόμενη μέρα η Αμελί επέστρεψε στο μαγαζί και ζήτησε τον πίνακα.
«Μετρητά ή καρτούλα;» την ρώτησαν.
«Μετρητά».
Πού τα βρήκε; Θα αναρωτιέστε!
Είχε δώσει το σμαραγδένιο δαχτυλίδι αρραβώνων της ενέχυρο στον Ριχάρδο και είχε εξοικονομήσει τα χρήματα.
Είχε πίστη, ο άντρας της θα γινόταν διάσημος ζωγράφος και θα το έπαιρνε πίσω.
Ο πίνακας μπήκε στο σαλόνι του μικροσκοπικού διαμερίσματός τους σε περίοπτη θέση, ο Ματίς ήταν χαρούμενος και η Αμελί ήταν χαρούμενη που ήταν χαρούμενος.
Συγκοινωνούντα δοχεία σαν την Καίτη Γαρμπή με τον Διονύση Σχοινά.
Ωστόσο, επειδή η επιτυχία αργούσε να έρθει, τον Ιούνιο του 1899, η Αμελί άνοιξε ένα κατάστημα με καπέλα, γιατί οκέι, καλή η αγάπη αλλά δεν τρώγεται.
Ο Ματίς σταθερά με ένα πινέλο στο χέρι είχε eyes on target που λένε.
Και είναι λίγο πιο εύκολο να το κάνεις όταν σε στηρίζουν οι δικοί σου άνθρωποι και έχουν πίστη σε σένα. Και η Αμελί ήταν ο άνθρωπός του, πέρα από κάθε αμφιβολία!
Το μόνο που του χαλούσε το ζεν ήταν η Καμίλ, διότι ο πρώην σου δεν είναι ποτέ απολύτως πρώην σου, όταν υπάρχουν παιδιά στη μέση. Είναι για πάντα στη ζωή σου.
Η Καμίλ λοιπόν είχε τη Μαργαρίτα κι αυτό ήταν αιτία φιλονικίας.
Η Αμελί προσφέρθηκε να την υιοθετήσει, για να έρθει μαζί τους και να μεγαλώσει με τα αδέρφια της σε μια «κανονική» οικογένεια.
Η Καμίλ, το δέχτηκε λένε οι πηγές μου, αλλά ως ανύπαντρη γυναίκα εκείνης της εποχής και χωρίς οικογένεια από πίσω να στηρίζει, θυμίζω ότι μεγάλωσε με καλόγριες σε μοναστήρι, δεν ξέρω αν είχε και άλλη επιλογή.
Πολλά συνέβησαν στην πορεία, αλλά θέλω να πω για τη Μαργαρίτα, ότι έγινε το δεξί χέρι του πατέρα της.
Όσο εκείνος πειραματιζόταν στα διάφορα στυλ, η κόρη του ήταν μια από τις λίγες σταθερές στη ζωή του, πόζαρε για εκατοντάδες έργα του, ταξίδευε μαζί του όπου τον καλούσε η τέχνη και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καριέρα του.
Το αριστερό του χέρι ήταν η Μαντάμ Λυδία.
Ποια είναι αυτή πάλι;
Μισό λεπτό, θα σας πω!
Το 1939, η Αμελί ένιωσε ότι ο ρόλος της στη ζωή του άντρα της απειλήθηκε από μια ξανθιά γαλανομάτα, τη Lydia Delectorskaya.
Η ίδια δεν ένιωθε καλά και είχε δεχθεί να προσλάβουν μία κοπέλα να βοηθάει τον Ανρί στο ατελιέ προσωρινά μέχρι να ανακάμψει η υγεία της.
Αλλά, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού.
Η Λυδία πόζαρε, οργάνωνε τα άλλα μοντέλα, επικοινωνούσε με τους αντιπροσώπους, τους πωλητές, τις γκαλερί, είχε αναλάβει τον ρόλο που είχε η ίδια για δεκαετίες.
Πλην του ερωτικού κομματιού -λένε.
Έχω τις αμφιβολίες μου αλλά ποια είμαι εγώ να αμφισβητήσω τις πηγές;
«Ή αυτή ή εγώ» είπε το στεφάνι του, ο άνθρωπός του.
«Αμελί, δεν τρέχει τίποτα πονηρό ανάμεσά μας»
«Ανρί, δε σου έχω χαλάσει ποτέ χατίρι, αλλά σε αυτό δεν υποχωρώ».
Ο Ματίς δίστασε. Αγαπούσε τη γυναίκα του, αλλά χρειαζόταν τη δημιουργική ενέργεια που έφερνε η Λυδία στη ζωή του.
Τελικά, για τα πρακτικά, διάλεξε τη γυναίκα του.
Για τα συναισθηματικά… η ιστορία είναι πιο περίπλοκη.
Εν τω μεταξύ, ο Πικάσο του έδινε συμβουλές τύπου «με τις γυναίκες, κοίτα να μαθαίνεις από μένα», αλλά αν μιλήσουμε για τις δικές του (ς) σχέσεις θα χρειαστούμε και τρίτη ανάρτηση!
Και γιατί όχι; Τώρα που έχω κέφια και γυρίζει!

About Author

Μοιραστείτε το :