Το πάρτι

Μοιραστείτε το :
Πολλά νεαρά άτομα φορώντας μπλουζάκια σε έντονα φωσφοριζέ χρώματα κι έχοντας μαλλιά αντίστοιχης απόχρωσης, στέκονταν στη μεγάλη ουρά και περίμεναν να έρθει η σειρά τους να πλησιάσουν στην είσοδο, να πληρώσουν για να μπούνε  στον χώρο που γινόταν το πάρτι.
Ανάμεσα τους κι η Δήμητρα, μέσα στο απλό λευκό αμάνικο μπλουζάκι και το ξεβαμμένο τζιν της, είχε βρεθεί σε αυτά τα χωράφια που θα γινόταν το πάρτι σχεδόν άθελά της.
Εκείνη νόμιζε ότι θα περνούσε μια ήρεμη βραδιά με τον αγαπημένο της, όταν ετοιμαζόταν νωρίτερα για να τον συναντήσει και δεν είχε ιδέα πού θα πήγαιναν.
Με τον Μάριο έβγαιναν λίγο καιρό αλλά η Δήμητρα του είχε παραδοθεί ψυχή και σώμα. Δεν είχε χρειαστεί καν να τη διεκδικήσει, ούτε η ίδια μπορούσε να εξηγήσει γιατί άβουλα ακολουθούσε τις επιθυμίες κάποιου που μάλλον δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις δικές της.
Ίσως να φταίγανε τα κιτρινοπράσινα μάτια του που όταν την κοιτούσαν την υπνώτιζαν και ξεχνουσε ποια είναι και τι θέλει. Αυτά τα μάτια την μαγνήτισαν από την πρώτη στιγμή που τον είδε μαζί με την παρέα του να κάθεται σε ένα τραπέζι στην καφετέρια που δούλευε.
Πήγε να πάρει παραγγελία και όταν την κοίταξε με αυτό το βλέμμα το ακαταμάχητο, εκείνη ένιωσε τι σημαίνει έρωτας με την πρώτη ματιά. Σχεδόν κρατήθηκε να μην αγγίξει με τα δάχτυλά της τα χρυσαφιά του μαλλιά.
Το όμορφο πρόσωπο με το βλέμμα που εξέπεμπε αυτοπεποίθηση ανάμεικτη με αυθάδεια, το παιχνιδιάρικο χαμόγελο και το γυμνασμένο κορμί που ξεχώριζε κάτω από το εφαρμοστό κοντομάνικο με τη στάμπα, την έκαναν να μην μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του.
Της έδωσε παραγγελία κι όταν μετά από κάνα δίωρο σηκώθηκε να φύγει, μαζί με το λογαριασμό ζήτησε και το τηλέφωνό της. Έτσι ξεκίνησαν να βγαίνουν! Όποτε και όπου ήθελε εκείνος, αλλά η Δήμητρα δεν αντιδρούσε, δεν παραπονιόταν, δε θύμωνε.
Μερικές φορές της ανακοίνωνε απλώς ότι θα βγούνε με την παρέα του χωρίς να τη ρωτάει αν θα το ήθελε κι εκείνη ή αν είχε κάτι άλλο στο μυαλό της.
Σήμερα ήταν μια τέτοια βραδιά. Είχε πάει σπίτι του και την πόρτα της άνοιξε κάποιος από τους φίλους του. Κλείνοντας την πόρτα πίσω της και προχωρώντας προς το σαλόνι είδε καμιά δεκαριά ακόμη άτομα διασκορπισμένα, κάποια στους καναπέδες, κάποια έξω στη βεράντα.
Ο Μάριος είχε αποφασίσει μόνος του, χωρίς να τη ρωτήσει για ακόμη μία φορά, ότι απόψε θα βγούνε με την παρέα του και θα πάνε σε ένα trance πάρτι.
Ήταν αργά για να πει τη γνώμη της η Δήμητρα, άλλωστε δεν της ζητήθηκε, αλλά είτε θα φευγε εκείνη τη στιγμή, είτε θα τον ακολουθούσε. Διάλεξε το δεύτερο, είχε να τον δει μία βδομάδα, όχι από δική της επιλογή, και της είχε λείψει. Ήθελε να είναι μαζί του κι ας ήταν κάπου με μουσική που δεν της άρεσε και με κόσμο που δεν ήξερε. Θα περνούσε καλά απλώς που θα ήταν μαζί του.
Βέβαια, όταν μπήκε στο αυτοκίνητο κι ο οδηγός έβαλε να «παίζει» trance στη διαπασών για να φτιάχνουν διάθεση για το πάρτι το ένστικτό της της χτύπησε καμπανάκι κινδύνου.
Όταν δε, συνειδητοποίησε ότι ο προορισμός τους βρισκόταν εκτός λεκανοπεδίου Αττικής, η εσωτερική φωνούλα μέσα της, της ψιθύρισε «φύγε, κατέβα από το αυτοκίνητο και πες του ότι θα βρεθείτε άλλη φορά» αλλά επέλεξε να την αγνοήσει. Και δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό. Καθόταν δίπλα του, τον άγγιζε, ένιωθε ευτυχία και δεν μπορούσε, δεν ήθελε μάλλον, να κάνει αλλιώς.
Το αμάξι είχε σταματήσει μετά από μία ώρα διαδρομής σε κάτι χωράφια, όπου ήταν η μυστική τοποθεσία του πάρτι. Υπήρχε ένα και μοναδικό κτίριο εκεί, απέξω από το οποίο περίμενε η Δήμητρα μαζί με το υπόλοιπο πλήθος, ανάμεσα τους κι άλλοι φίλοι και γνωστοί του Μάριου.
Η Δήμητρα δεν μπορούσε να συμμετέχει στις κουβέντες της παρέας ήξερε πολύ λίγα για την trance, τους dj και την ανησυχούσε που ήταν τόσο μακριά από τον πολιτισμό, οπότε περιοριζόταν στο να χαμογελάει και να μη γίνει αντιληπτή η εσωτερική ταραχή της στην παρέα της.
Στην παρέα του Μάριου δηλαδή. Κάποιους τους είχε ξαναδεί κάνα δυο φορές, όπως ένα νεαρό μελαχρινό, τον Άρη που στεκόταν λίγο πιο κει στρίβοντας τσιγάρο κοιτάζοντάς την. Ή μάλλον σιγά μην κοίταζε εκείνη, αφηρημένα θα κοιτούσε προς το μέρος της, άλλωστε είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ήταν σχεδόν αόρατη για την παρέα του Μάριου.
Τους περισσότερους τους έβλεπε πρώτη φορά τώρα. Ξανάριξε μια ματιά στους γύρω της ανήσυχη μήπως εκείνοι διαβάζαν τις σκέψεις της αλλά τσάμπα ανησυχούσε, κανείς δεν της έδινε την παραμικρή σημασία. Ούτε καν ο Μάριος ο οποίος συζητούσε παραδίπλα με μία όμορφη κοπέλα της ευρύτερης παρέας, που δεν είχε κάνει καν τον κόπο να της συστήσει.
Η ματιά της επέστρεψε στον Άρη. Έκανε την ίδια σκέψη που είχε κάνει όταν τον είχε πρωτοδεί. Ότι ήταν αταίριαστος σε αυτήν την παρέα. Όπως  την πρώτη φορά που τον γνώρισε, έτσι και τώρα καθόταν αμίλητος κι ήσυχος, ήρεμη δύναμη, θυμάται τον είχε χαρακτηρίσει στο μυαλό της τότε, και δεν συμμετείχε στις κουβέντες της παρέας του. Ακόμα κοιτούσε αφηρημένα προς τα εκείνη.
Ο Άρης δεν ήταν καθόλου αφηρημένος, αντιθέτως, όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη πάνω της. Χάζευε τη φυσική ομορφιά της, τα εκφραστικά της μάτια που καθρέφτιζαν ό,τι είχε στην ψυχή της μέσα, τις μεγάλες πυκνές βλεφαρίδες που τόνιζαν το βλέμμα της και τα σαρκώδη χείλη της που γυάλιζαν κάτω από το απαλό ροζ λιπ γκλος.
Το βλέμμα του ταξίδεψε λίγο πιο κάτω στο λαιμό που στόλιζε μια λεπτή αλυσίδα με τον μικρό πρίγκιπα. Πολύ ταιριαστό, σκέφτηκε, πετώντας κάτω ό,τι είχε μείνει από το στριφτό του τσιγάρο και πλησίασε την υπόλοιπη παρέα.
Μετά από μια αναμονή που της φάνηκε αιωνιότητα, έφτασε η σειρά τους να πληρώσουν το αντίτιμο να πάρουν το εισιτήριο και να μπούνε μέσα. Ο Μάριος γυρνώντας το κεφάλι του προς εκείνη, την κοίταξε με αυτά τα μάτια που μαγνήτιζαν και την πήρε από το χέρι φέρνοντας την κοντά του.
Δεν πρόλαβαν να μπούνε μέσα κι ο Μάριος την άφησε με την παρέα του και πήγε να φέρει ποτά. Αφού της έδωσε το δικό της, χωρίς να της πει κάτι, έφυγε και ανακατεύθηκε με το πλήθος στο κέντρο της αυτοσχέδιας πίστας. Οι περισσότεροι φίλοι του ήδη είχαν διασκορπιστεί μέσα στο χώρο κι η Δήμητρα έμεινε μόνη της.
Σαστισμένη που την άφησε με το που μπήκανε μέσα στο χώρο, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτό της. Η γεύση δεν ήταν η αναμενόμενη, το ποτό ήταν ξεκάθαρα μπόμπα αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια.
Άρχισε να το πίνει μήπως χαλαρώσει και γιατί όχι να διασκεδάσει. Ας ήταν αισιόδοξη. Άλλωστε βρισκόταν ακόμη ανάμεσα σε μέλη της παρέας του, άλλο που την αγνοούσαν κανονικά και με τον νόμο. Έβγαλε το κινητό της να στείλει μήνυμα στις φίλες της για να  καλύψει την αμηχανία της, αλλά το κινητό της δεν είχε σήμα, οπότε το ξανάβαλε στην τσέπη της.
Στα λέιζερ και τα φώτα που αναβόσβηναν έβλεπε από απόσταση τον Μάριο να χάνεται και να εμφανίζεται. Βρισκόταν σε μια θάλασσα από κορμιά που χόρευαν ασταμάτητα στο δυνατό κι επαναλαμβανόμενο ρυθμό της ηλεκτρονικής μουσικής. Είχε τα χέρια του ανοιχτά, εντελώς παραδομένος στη μουσική. Αναγνώρισε δίπλα του την κοπέλα που συζητούσε μαζί του όση ώρα περίμεναν έξω. Στο επόμενο φωτορυθμικό τον είδε να ανοίγει το στόμα να βγάζει γλώσσα έξω και την κοπέλα να του βάζει κάτι πάνω.
Ένιωσε την απογοήτευση να τη διαπερνάει σαν ρεύμα κι αυτόματα, σήκωσε το ποτήρι, το έφερε στα χείλη της κι ήπιε μια ακόμη γερή γουλιά από το ποτό της.
Πέρασε κάμποση ώρα με εκείνη να στέκεται μόνη και να προσπαθεί να κουνηθεί στο ρυθμό της μουσικής που καθόλου δεν της άρεσε, αλλά ήθελε να εναρμονιστεί με τους γύρω της, να μην τραβάει την προσοχή. Πήγε να πάρει ένα ακόμη ποτό και μετά ξαναγύρισε στη θέση που βρισκόταν αρχικά, μη την ψάξει ο Μάριος και δεν τη βρει μέσα στο χάος που επικρατούσε. Μέχρι να επιστρέψει, είχαν φύγει κι οι υπόλοιποι φίλοι του Μάριου και τώρα ήταν όντως μόνη ανάμεσα σε αγνώστους. Όχι ότι είχε κάποια διαφορά από πριν, αλλά εκείνη ένιωσε χειρότερα.
Αποφάσισε να περάσει λίγο ακόμη η ώρα και να πάει να πει στον Μάριο ότι θέλει να φύγουν. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν αργά και βασανιστικά.
Αναρωτιόταν αν θα την αναζητούσε ποτέ, να δει πώς περνάει, αν θα έκανε ένα διάλειμμα από τον χορό και να έρθει κοντά της ή αν είχε ξεχάσει εντελώς τη ύπαρξη της εκεί. Πρέπει να ήταν πολύ παράξενη η εικόνα της, παράταιρη είναι η σωστή λέξη, σε αυτόν τον χώρο.
Άρχισε να σκέφτεται τι στο καλό έκανε σε αυτό το πάρτι. Δε γνώριζε κανέναν, η μουσική που έπαιζε δεν ήταν του γούστου της, το αντίθετο μάλιστα, της έφερνε πονοκέφαλο κι ο συνοδός της, το αγόρι της, αν μπορούσε να τον αποκαλεί έτσι, για τον οποίο ήρθε για να είναι μαζί, την είχε αφήσει μόνη.
Ξανασήκωσε τα μάτια της και προσπάθησε να τον δει στο σημείο που χόρευε προηγουμένως αλλά δεν κατάφερε να τον ξεχωρίσει μέσα στο τσούρμο. Ωραία, η βραδιά μόλις έγινε ακόμη χειρότερη. Τι άλλο θα μπορούσε να πάει πιο στραβά;
Έβαλε τα δυνατά της να τον βρει μες το πλήθος αλλά δεν τα κατάφερε.
Σαν σε αργή κίνηση έβλεπε τη μάζα να χοροπηδάει εκστασιασμένη στον ρυθμό της μουσικής, πιο κει ένα ζευγάρι άρχισε να φιλιέται, παραδίπλα κάποιοι γελούσαν  κι εκείνη ευάλωτη, μόνη, ακούνητη, να κάθεται απόμακρα και να πίνει το νοθευμένο ποτό. Να πίνει την μπόμπα της και να σκέφτεται πώς έμπλεξε έτσι… να βρίσκεται σε  trance party, κάπου μέσα στους αγρούς και τα χωράφια ολομόναχη… Θα γελούσε αν η κατάσταση δεν ήταν για κλάματα.
Προφανώς θα ‘πρεπε να περιμένει να τελειώσει το πάρτι για να φύγει όπως ήρθε. Αν εμφανιζόταν ποτέ ο Μάριος δηλαδή που είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί.
Απ’ ότι ήξερε αυτά τα χορευτικά πάρτι συνήθως διαρκούσαν όλη νύχτα, πολλές φορές συνεχιζόταν και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Κύματα αυτολύπησης την κατέκλυσαν κι έβαλε τα δυνατά της να μη βάλει τα κλάματα. Τι δουλειά έχω εδώ. Και τι δουλειά έχεις μαζί του γενικότερα, συμπλήρωσε η εσωτερική φωνούλα μέσα της. Αυτήν τη φορά δεν την προσπέρασε. Καμία δουλειά, της απάντησε νοερά.
Όσο χαμηλή αυτοπεποίθηση και να είχε, μέχρι κι εκείνη καταλάβαινε ότι δεν της άξιζε κάτι τέτοιο.
Αυτό το πάρτι ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. «Μακάρι να μπορούσα να φύγω εδώ και τώρα», σκέφτηκε, «αλλά μάλλον πρέπει να περιμένω. Βρίσκομαι στη μέση του πουθενά, ταξί δεν υπάρχει ούτε γι’ αστείο, παρά πολλά χιλιόμετρα μακριά. Να βγω μόνη έξω παραείναι επικίνδυνο, δεν υπάρχει άλλη επιλογή».
Χαμένη στις σκέψεις της δεν ένιωσε τη ματιά του Άρη που λίγο πιο κει καθόταν και παρατηρούσε το μελαγχολικό της βλέμμα και την αγωνία της στην προσπάθεια της να βρει μες τη μάζα το Μάριο.
-Γεια σου κούκλα, την έβγαλε ξαφνικά από τις σκέψεις της ένας άγνωστος τύπος. Ήταν ιδρωμένος είχε κατακόκκινα μάτια και στεκόταν πολύ κοντά της, παραβιάζοντας τον προσωπικό και ζωτικό της χώρο. Σε βλέπω μόνη και είπα να σου κάνω λίγη παρέα
-Όχι ευχαριστώ
-Έλα και είμαι πολύ καλή παρέα, υπόσχομαι να σε κάνω να περάσεις καλά, επέμενε αυτός, τραβώντας την από το χέρι.
– Δε θέλω, σου είπα, άφησε με ήσυχη, προσπάθησε να τραβήξει εκείνη το χέρι της, αλλά δεν κατάφερε να ξεφύγει από το κράτημά του.
– Α, είσαι και δύσκολη, της απάντησε αυτός τραβώντας την ακόμα πιο κοντά του. Το πρόσωπό του ακουμπούσε σχεδόν το δικό της. Η ανάσα της κόπηκε, κοίταξε γύρω της αλαφιασμένα να βρει κάποιον, οποιονδήποτε να τη βοηθήσει. Όλοι φαίνονταν χαμένοι, η μουσική εκκωφαντική, δεν είχε νόημα να φωνάξει. Προσπάθησε να πιάσει ένα βλέμμα από κάποιον, αλλά την κοίταζαν χωρίς να τη βλέπουν. Κανείς δεν έδινε τη παραμικρή σημασία. Τα χέρια της ίδρωσαν, προσπάθησε να τον απωθήσει με όλη της τη δύναμη αλλά δεν τα κατάφερε κι ο πανικός της χτύπησε κόκκινο.
-Χαλάρωσε κούκλα. Θα δεις που θα διασκεδάσεις κι εσύ, ξεκίνησε να λέει αλλά σταμάτησε απότομα την πρόταση βγάζοντας μία κραυγή. Η Δήμητρα τον είχε δαγκώσει με όλη της τη δύναμη. Εκείνος της έδωσε μια σφαλιάρα και τραβώντας την απότομα, άρχισε να τη σέρνει μαζί του, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στα διάφορα κορμιά που χόρευαν μανιακά.
Τη στιγμή που κάθε ελπίδα την είχε εγκαταλείψει, ένα σώμα μπήκε με ορμή ανάμεσά τους ελευθερώνοντας την και ταυτόχρονα εξφενδονίζοντας τον ιδρωμένο νεαρό με τα κόκκινα μάτια στον τοίχο, ο οποίος την επόμενη στιγμή εξαφανίστηκε από το οπτικό τους πεδίο. Ήταν ο Άρης που είχε δει όλο το σκηνικό από κει που καθόταν.
Η Δήμητρα έπεσε στην αγκαλιά του τρέμοντας, ευχαριστώντας τον ψιθυριστά, η φωνή της δεν έβγαινε.
-Νομίζω ότι πρέπει να κάνεις καλύτερες επιλογές. Το καλό κορίτσι με το κακό αγόρι έχουν καλό τέλος μόνο στις ταινίες. Σε παρατηρώ ώρα που στέκεσαι εδώ μόνη, ανάμεσα σε κόσμο που διασκεδάζει, χορεύει, φλερτάρει, όλα αυτά μαζί και σε λυπάται η ψυχή μου. Θα φύγω τώρα, αν θες έλα να σε πάω κάπου πιο κεντρικά να πάρεις ταξί.
-Δε θες να κάτσεις ως το τέλος;
– Όχι, μου χάλασε το κέφι. Λοιπόν, έρχεσαι;
Δε χρειάστηκε να της το πει δεύτερη φορά. Χωρίς δισταγμό τον ακολούθησε. Βγαίνοντας προς τα έξω, είδε ένα ξανθό κεφάλι χωμένο στο λαιμό μιας κοπέλας. Έριξε μια πιο προσεχτική ματιά και κατάλαβε ότι ήταν ο Μάριος. Τον προσπέρασε με βήμα γοργό.
Έξω η νύχτα ήταν φωτεινή και εξωπραγματικά όμορφη. Το φεγγάρι έμοιαζε να της μιλάει και να της δίνει υποσχέσεις. Τα αστέρια δίπλα του άστραφταν. Πόσα πολλά κι πόσο φωτεινά ήταν!
Διαπίστωσε ότι ένιωθε ανακούφιση και καμία στενοχώρια γι’ αυτό που μόλις είχε δει.
-Φεύγουμε; τη ρώτησε ο Άρης
-Φύγαμε, του απάντησε.
Ο Άρης έβαλε μπροστά τη μεγάλου κυβισμού μηχανή του και της χαμογέλασε. Εκείνη ένιωσε ήρεμη και ένα αίσθημα ασφάλειας να την κατακλύζει. Ανέβηκε πίσω του, τύλιξε τα χέρια της σφιχτά στη μέση του κι ακούμπησε το κεφάλι της στην πλάτη του. Έριξε μια ματιά στον ουρανό κι εκείνη τη στιγμή είδε ένα αστέρι να πέφτει. Πρόλαβε να κάνει μια ευχή και μετά έκλεισε τα μάτια της κι αφέθηκε στον Άρη να την πάει σπίτι.
Σε λίγο θα ξημέρωνε και θα είναι μια καινούρια μέρα σκέφτηκε. Εγώ κι η Σκάρλετ Ό Χάρα, ήταν η δεύτερη σκέψη της που σχημάτισε ένα χαμόγελο στα χείλη της.
Μοιραστείτε το :