Να σου πω μια ιστορία;

Το τσίμπημα της σφήκας

Μοιραστείτε το :

Ο ήλιος τρύπωνε σιγά σιγά αλλά δυναμικά μέσα στο μικρό υπνοδωμάτιο, ανέβηκε στο κρεβάτι της Μελίνας και χάιδεψε με το φως του το πρόσωπό της.

Ακόμη μία φορά που είχε ξεχάσει να τραβήξει τις βαριές κουρτίνες αποβραδίς. Σήμερα όμως δεν ενοχλήθηκε και δεν έβρισε, αντιθέτως, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε διάπλατα στο πρόσωπό της. Με μισόκλειστα ματια γύρισε το κεφάλι της δεξιά να δει το ρολόι πάνω στο κομοδίνο. Οι κόκκινοι αριθμοί του αναβόσβηναν 9.30!

Αχ, τι ωραία, σκέφτηκε, και δίνοντας μία στο πάπλωμα που τη σκέπαζε, σηκώθηκε όρθια! Αυτό το πρωινό ήταν ξεχωριστό. Περίμενε τις καλύτερες της φίλες, οι οποίες θα προσγειώνονταν στις 10.30, τοπική ώρα, στο αεροδρόμιο. Είχε μια ολόκληρη ώρα να ετοιμαστεί και να πάει να τις παραλάβει!

Την περίμενε πώς και πώς αυτήν τη μέρα. Έξι μήνες στην Αγγλία, είχε κάνει κάποιες παρέες από το πανεπιστήμιο, υπήρχαν κι αρκετοί Έλληνες να της θυμίζουν πατρίδα, αλλά της έλειπαν πολύ η οικογένεια κι οι φίλες της.

Βγαίνοντας από το δωμάτιό της, πήγε στην κουζίνα που μοιραζόταν με τους συγκατοίκους της και τους είπε χαρούμενη με την άπταιστη ελληνική προφορά που όλοι την πείραζαν: “today is the day”. Εκείνοι χαμογέλασαν με την «καλημέρα» της, ήταν ενήμεροι για τους φιλοξενούμενους από Ελλάδα και συνέχισαν να πίνουν το τσάι τους.

Αν ήταν Έλληνες σίγουρα θα εκδηλωνόντουσαν αλλιώς, θα λέγανε μια κουβέντα παραπάνω, αλλά έξι μήνες τώρα είχε μάθει να σέβεται τη διαφορετική κουλτούρα των ανθρώπων που έμενε μαζί τους. Συγκρατημένοι, διακριτικοί και…ήσυχοι. Επιτέλους σε λίγο το σπίτι θα ζωντάνευε από ομιλίες, ελληνικές ομιλίες!

Έφτιαξε το καφεδάκι της, η μόνη που έπινε καφέ σε αυτό το διαμέρισμα κι επέστρεψε στο δωμάτιο της να ντυθεί. Φόρεσε ένα μαύρο φούτερ κι ένα τζιν σε στενή γραμμή, που κρεμόταν πάνω στο διάδρομο γυμναστικής που εκτελούσε χρέη κρεμάστρας, έβαλε και τα μαύρα σκονισμένα ολ σταρ της που τα χε έξω στο μπαλκόνι και σε δέκα λεπτά ήταν έτοιμη. Πήρε τα κλειδιά της από το κομοδίνο και έφυγε τρεχάτη.

Βγαίνοντας από την πόρτα της πολυκατοικίας της άφησε το βλέμμα της να απλωθεί στα δέντρα, τα λουλούδια και τους σκίουρους που κόβανε βόλτες ανενόχλητοι. Αυτά τα σκιουράκια ήταν καταλυτικός παράγοντας να επιλέξει το συγκεκριμένο διαμέρισμα, όταν έψαχνε πού θα μείνει στο διάστημα των σπουδών της.

Αυτά κι ότι ήταν κοντινή η απόσταση για το πανεπιστήμιο. Δε θα χρειαζόταν να ξυπνάει αχάραγα, ούτε να χρησιμοποιεί συγκοινωνία. Περπατώντας σε πέντε λεπτά βρισκόταν στον προαύλιο χώρο.

Παρατήρησε κάποιες σκουπιδοσακούλες αφημένες μισάνοιχτες έξω από τους ντενεκέδες κι έκανε ένα μορφασμό. Θα θελε να ξερε ποιος αφήνει απ’ έξω τα σκουπίδια. Τόσο δύσκολο ήταν να ρίξει τα σκουπίδια του μέσα στον κάδο; Ή έστω να κλείσει τις σακούλες; Δε θα τον πετύχαινε κάποια φορά; Θα του έκανε μεγάλη φασαρία.

Με δυσφορία είδε κάποιες σφήκες ή μέλισσες, δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει αυτές τις δύο, να στριφογυρίζουν εκεί. Μάλλον σφήκες είναι, σκέφτηκε. Οι μέλισσες τρέφονται με νέκταρ και γύρη από τα άνθη, ενώ οι σφήκες με καρπούς, κρέας, έντομα και σκουπίδια, ανέτρεξε στα μαθήματα βιολογίας των προηγούμενων ετών.

Εκείνη τη στιγμή είδε ένα ταξί να ‘ρχεται και σηκώνοντας το χέρι της το σταμάτησε. Μπήκε μέσα λέγοντας στα αγγλικά «στο αεροδρόμιο, παρακαλώ». Χαζεύοντας έξω από το παράθυρο, άρχισε να σκέφτεται τις πέντε υπέροχες μέρες που θα ακολουθούσαν.

Έφτασε στο αεροδρόμιο κι είδε στους φωτεινούς πίνακες ότι η πτήση των φίλων της είχε προσγειωθεί πριν δέκα λεπτά. Το κινητό της δονήθηκε, είδε μήνυμα από τη μία από αυτές «φτάσαμε, ετοιμάσου σουρλουλού».

Από τον ενθουσιασμό της δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη. Στεκόταν μία στο ένα πόδι, μία στο άλλο, ανυπόμονα κοιτούσε τα λεπτά που περνούσαν στο κινητό της, έπιανε τα μαλλιά της ψηλή κοτσίδα, στη στιγμή τα άφηνε ελεύθερα, μέχρι που κάποια στιγμή επιτέλους, άνοιξαν οι πόρτες και βγήκαν χαρούμενα και φασαριόζικα οι φίλες της!

-Εδώ, εδώ τρελές μου, τους φώναξε κουνώντας χέρια και χοροπηδώντας σχεδόν, ανάμεσα στον κόσμο για να την προσέξουν.

Οι φίλες της την είδαν και σέρνοντας τις βαλίτσες με τα ροδάκια τρέξανε στην αγκαλιά της!

-Δεν το πιστεύω ότι είστε εδώ! Θα περάσουμε τέλεια, θα πάμε στα κλαμπάκια και στα μπαράκια του πανεπιστημίου, θα σας δείξω και τα αξιοθέατα εννοείται, έχει φοβερή αρχιτεκτονική το μέρος, θα…

– Μελίνα, μας πήρες μονότερμα με τα μπαράκια και τα διάφορα, ήρεμα, first things first, πώς τα λέτε εσείς εδώ στην Αγγλία! Πάμε πρώτα σπίτι να αφήσουμε τις βαλίτσες, να γνωρίσουμε και τους συγκατοίκους  σου που τόσα μας έχεις πει, να πάρουμε μια ανάσα και παντού θα πάμε, όλα θα τα δούμε, της είπε η Ηλέκτρα, πάντα η πιο σοβαρή και οργανωτική, η ήρεμη δύναμη της παρέας.

Τιτιβίζοντας σαν πουλάκια χαρούμενες επιβιβάστηκαν σε ένα ταξί και πήγαν κατευθείαν στο διαμέρισμα. Μετά τα πρώτα «χαίρω πολύ» κι αφού άφησαν βαλίτσες και είδαν τους χώρους του διαμερίσματος, το άφησαν και βγήκαν για βόλτα στην περιοχή.

Κάνανε ξενάγηση στις αίθουσες του πανεπιστήμιου, τους έδειξε τη μεγάλη βιβλιοθήκη, τις αίθουσες με τους υπολογιστές, τα αμφιθέατρα και τους ωραίους υπαίθριους χώρους που βρίσκονταν πολλοί φοιτητές. Πολλοί ήταν ξαπλωμένοι στο γρασίδι με ένα βιβλίο στο χέρι κι απολάμβαναν την ωραία μέρα, συνήθως έβρεχε.

-Αχ, νάτος, κορίτσια, νάτος, αυτός είναι, ο ένας και ο μοναδικός, ο θεός, ο ήλιος ο καλοκαιρινός, τους έδειξε με ενθουσιασμό και μάτια που λάμπανε ένα μελαχρινό αγόρι με πράσινα μάτια που πλησίαζε από την άλλη άκρη του χώρου.

-Αυτός είναι ο Μάθιου, που με τη σκέψη του κοιμάσαι και ξυπνάς; Ρώτησε γελώντας η Δάφνη

-Μμμμμ,  σιγά τον Μπάρκουλη, της είπε πειράζοντας την η Ηλέκτρα

-Σταματήστε, έρχεται σε μας, τις έκοψε η Μελίνα

-Hello Melina, κοντοστάθηκε ο νεαρός, χαμογελώντας της

Η Μελίνα του σύστησε τις φίλες της και τον κάλεσαν να έρθει μαζί τους για καφέ αλλά ο Μάθιου είχε να πάει να συναντήσει τον καθηγητή του για μια εργασία με την οποία αντιμετώπιζε πρόβλημα κι αρνήθηκε ευγενικά. Είπε όμως ότι αργότερα μες τη μέρα, δεν το απέκλειε να βρεθούνε, χαιρέτησε και έφυγε.

Η Μελίνα, έμεινε απογοητευμένη να τον κοιτά να απομακρύνεται, αλλά οι φίλες της τη μάλωσαν.

-Τι μούτρα είναι αυτά καλέ; Ταξίδεψαν οι κολλητές σου σε άλλη χώρα να σε δούνε και συ έβαλες μαύρες πλερέζες επειδή θα μείνεις μαζί τους;

-Ναι ρε συ, φοιτητή Ιατρικής ήθελες, αν αυτοί δε διαβάζουν και δε συναντάνε τους καθηγητές τους για εργασίες, τότε ποιοι; Να υπερασπιστώ, τον… συνάδελφο, είπε η Ηλέκτρα

-Αχ, πάμε… μία ζέστη, μία κρύο με έχει. Δεν ξέρω πώς το βλέπει το μεταξύ μας, αν υπάρχει μεταξύ μας δηλαδή. Καλά που μένουμε στο ίδιο στενό και πάμε στο ίδιο πανεπιστήμιο και τον συναντάω και τυχαία.

-Έλα, με τα τυχαία και τα μοιραία, θα τα αναλύσουμε όλα στην pub που είδαμε όταν ερχόμασταν, της είπαν και τραβώντας τη σχεδόν, την έβγαλαν έξω από το κτίριο.

Στη pub τους ανέλυσε όλο το χρονικό της γνωριμίας με το Μάθιου και τι έχει συμβεί μεταξύ τους, πράγματα που γνώριζαν ήδη τα κορίτσια από την Ελλάδα, τους τα είχε πει τηλεφωνικώς και με ηλεκτρονική αλληλογραφία, αλλά από κοντά ήταν αλλιώς και με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες.

Βλέπανε και το συναίσθημα, τα μάτια της φίλης τους να λάμπουν και να κάνει σαν μικρό παιδί. Πέρασε ένα δίωρο έτσι, με την κουβέντα χωρίς να το καταλάβουν.

-Πάμε στο εμπορικό να ρίξουμε μια ματιά στις βιτρίνες; Πρότεινε η Μελίνα

-Να πάμε, αλλά σαν να έβαλε λίγο κρύο, να κάνουμε πρώτα μια γρήγορη στάση στο διαμέρισμα να πάρω ένα πιο χοντρό μπουφάν.

Είχαν φτάσει στη είσοδο της πολυκατοικίας και η Μελίνα έψαχνε τα κλειδιά της στη χαώδη τεράστια τσάντα που κουβαλούσε πάντα και οι φίλες της χάζευαν γύρω γύρω.

-Καλέ ένα σκιουράκι, θα τρελαθώ, είπε ξαφνικά η Δάφνη, τι γλυκό που είναι! Έχουμε τίποτα να το ταΐσουμε, είπε ψαχουλεύοντας ταυτόχρονα να βρει κάτι φαγώσιμο στην τσάντα της

-Ζεις σε πολύ ωραίο μέρος, φιλενάδα, μες τη φύση, να σου φτιάχνει το κέφι! Μόνο αυτά τα σκουπίδια αποτελούν παραφωνία στο σκηνικό.

-Ναι, ναι, και γω αυτό σκέφτηκα νωρίτερα το πρωί. Τώρα τελευταία, άρχισε να λέει η Μελίνα σηκώνοντας ταυτόχρονα να βάλει μια σακούλα που κείτοταν έξω χύμα μισάνοιχτη μέσα στον κάδο, αλλά με ένα δυνατό επιφώνημα πόνου σταμάτησε την πρότασή της στη μέση.

-Μελίνα, τι έπαθες;

-Το δάχτυλό μου, Παναγίτσα μου, το δάχτυλο μου, τι πόνος…

Τους έδειξε το δάχτυλό της και το είδαν κατακόκκινο κι ελαφρώς πρησμένο.

-Φλεγμονώδης αντίδραση είπε η Ηλέκτρα. Τι σε τσίμπησε, μέλισσα; Μήπως σφήκα; Αν είναι σφήκα, μεταφέρει άμεσα μικρόβια στο δέρμα με το δηλητήριο του κεντριού.

Σε κάθε περίπτωση, έχω διαβάσει ότι αν μας τσιμπήσει μέλισσα ή σφήκα αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να βγάλουμε το κεντρί, προσεκτικά με ένα τσιμπιδάκι. Πάμε πάνω στο σπίτι να βρούμε ένα, αλλά θέλει μεγάλη προσοχή μη σπρώξουμε κατά λάθος το κεντρί και εισχωρήσει βαθύτερα και χυθεί περισσότερο δηλητήριο.

-Κορίτσια, το δάχτυλο μου διπλασιάστηκε και πονάω πάρα πολύ, δεν έχω ξαναπονέσει έτσι σας λέω, δεν είναι φυσιολογικό

-Δεν πιστεύω να είσαι αλλεργική ρε συ, πάμε τώρα στο φαρμακείο ή στον γιατρό του πανεπιστημίου να σε δει.

Είχαν φτάσει στο δρόμο όταν η Μελίνα ψιθυρίζοντας τους είπε «δεν είμαι καλά,  δεν μπορώ να αναπνεύσω, ζαλίζομαι» και παραπατώντας πήγε να πέσει, αλλά την έπιασε τελευταία στιγμή η Δάφνη

-Μελίνα, ούρλιαξε η Δάφνη. Ηλέκτρα, τι κάνουμε; Γύρισε το κεφάλι της απεγνωσμένη στη φίλη που διατηρούσε την ψυχραιμία της

Εκείνη την ώρα περνούσε από το στενό ο Μάθιου. Η Δάφνη αλλόφρων άρχισε να του φωνάζει. Εκείνος είδε τη Μελίνα στο έδαφος, άκουσε και τις λέξεις «bee, wasp, sting» κι απομακρύνθηκε τρέχοντας.

-Δάφνη, η Μελίνα άρχισε να μελανιάζει, κι αυτό σημαίνει ότι παθαίνει αλλεργικό σοκ και πρέπει να την πάμε αμέσως, κι όταν λέω αμέσως, εννοώ να διακτινιστούμε στο νοσοκομείο.

-Πού είναι αυτό; Πώς πάμε, έχει κάρτα ασφάλισης; Να σταματήσω ένα αυτοκίνητο από το δρόμο; Έκανε πανικόβλητη τη μία ερώτηση μετά την άλλη, η Δάφνη

Η Ηλέκτρα σιωπηλή ψαχούλευε μανιωδώς την τεράστια τσάντα της.

-Να πάμε στο φαρμακείο του πανεπιστημίου; Μας το έδειξε νωρίτερα το θυμάσαι; Τι κάνεις ρε Ηλέκτρα; Σου μιλάω, ύψωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή της η Δάφνη

-Έχω στο μίνι φορητό φαρμακείο μου κάτι που ρουφάει το δηλητήριο από τέτοια τσιμπήματα, σταμάτα εσύ το πρώτο αυτοκίνητο που θα περάσει.

-Τι έχεις λέει;

-Φαρμακείο, δεν το είχα στη μεγάλη βαλίτσα, δε χωρούσε και το έβαλα στην τσάντα μου. Έχει μέσα κι ένα μηχάνημα που υπάρχει γι’ αυτό το λόγο, όχι ότι το έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, απάντησε βιαστικά και ανοίγοντας το, το βαλε στο δάχτυλο της Μελίνας και πίεσε.

Εκείνη τη στιγμή επέστρεψε ο Μάθιου κρατώντας μια ένεση στο χέρι του.

-Τι είναι αυτό, η Δάφνη συνέχιζε τις ερωτήσεις πανικοβλημένη

-Μάλλον ένεση επινεφρίνης, είπε η Ηλέκτρα. ενώ την ίδια στιγμή την επιβεβαίωνε ο Μάθιου στα αγγλικά και την κάρφωνε πάνω στη Μελίνα.

Περίμεναν κι οι τρείς με αγωνία, κρατώντας την αναπνοή τους, πάνω από την ακίνητη Μελίνα.

-Έλα ρε Μέλι μου, την αποκάλεσε με το χαϊδευτικό της η Ηλέκτρα, έλα, άνοιξε τα μάτια σου, ρε φίλη μου.

-Ο Μάθιου της απομάκρυνε απαλά τα μαλλιά από το πρόσωπό της κι εκείνη τη στιγμή η Μελίνα άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια της και είδε τα δικά του πράσινα μάτια  να την κοιτάζουν με αγωνία

-Καλά είμαι, είπε και έκανε να ανασηκωθεί

-Περίμενε, σιγά, σιγά, μη βιάζεσαι, της είπε η Ηλέκτρα

-You scared us, της είπε ο Μάθιου χαμογελώντας της και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. You should see a doctor, συμπλήρωσε, «lets go to the hospital».

-Άντε ωραία κοιμωμένη την πείραξε η Ηλέκτρα, σε ξύπνησε το πριγκιπόπουλό σου. Το παραμύθι σου έχει Happy end, όπως κάθε παραμύθι που σέβεται τον εαυτό του.

Βέβαια αντί να σε πάρει με το άλογό του στον πύργο του, θα πάτε με ταξί από το νοσοκομείο πρώτα, να βεβαιωθούμε ότι όλα καλά, σύγχρονο παραμύθι με σασπένς.

-Αχ βρε κορίτσια, για άλλου είδους περιπέτειες σας περίμενα, άλλες ζούμε, απάντησε με ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας η Μελίνα που βρισκόταν στην αγκαλιά του Μάθιου.

-Κοίτα την, εδώ παραλίγο να πεθάνει και αυτή ζει το όνειρο, την απόλυτη ευτυχία, επειδή είναι στην αγκαλιά του.

-Έρωτας, Ηλέκτρα μου, αυτός είναι ο Έρωτας, της απάντησε η Δάφνη και πιάνοντας την αγκαζέ, ακολούθησαν το ζευγάρι μπροστά.

Μοιραστείτε το :