Η μαμά τα ‘χει παίξει (Vol 2)

Μοιραστείτε το :

Οι μαμάδες ως γνωστόν, είμαστε συνήθως κουρασμένες. Βρισκόμαστε σε μία κλίμακα από το «νυστάζω, είμαι κουρασμένη» έως το «σέρνομαι, κοιμάμαι όρθια, υπολειτουργώ».

Προσωπικά, το τελευταίο δίχρονο έχω δώσει ρεσιτάλ κούρασης. Μπορείς να δεις το Vol 1 εδώ. Στο τρέξιμο όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, για να προλάβω τους χρόνους, που δεν τους προλαβαίνω και είμαι συνέχεια τελευταία και καταϊδρωμένη, έχω κάνει διάφορα που προκαλούν το γέλιο όσων τυγχάνει να είναι μπροστά ή το σήκωμα του φρυδιού τους. Εξαρτάται από τι παράσταση δίνω εκείνη τη στιγμή.

Ευτυχώς υπάρχουν και πολλά που μένουν μεταξύ εμού της ιδίας και δεν έχω κοινό, όπως το χθεσινό που είναι κι η αφορμή για αυτήν την ανάρτηση.

Χθες το βράδυ έβαλα τα χεράκια μου κι έβγαλα τα ματάκια μου. Κυριολεκτικά. Προσπαθούσα να βγάλω με αυτόματες ρομποτικές κινήσεις τους φακούς από τα μάτια μου και δεν τα κατάφερνα. Και δώστου πιο δυνατά και γιατί δεν μπορώ να πιάσω τον φακό, πού πήγε, τί συμβαίνει επιτέλους, με αυτά και με κείνα, κόντεψα να βγάλω τον βολβό του ματιού μου.

Διότι το έρμο το μάτι, δε διέθετε φακό. Τους είχα βγάλει νωρίτερα και επειδή συνήθως τους φοράω μέχρι να πέσω το βράδυ στο κρεβάτι, η δύναμη της συνήθειας με έκανε να επιμένω μέχρι να πάρω μπρος και να σταματήσω να επιμένω.

Τις προάλλες, μπαίνω καθυστερημένη στην εταιρεία, τρέχοντας κι ασθμαίνοντας και μπουκάρω στο ασανσέρ της δουλειάς πέφτοντας σχεδόν πάνω στους συναδέλφους που ήταν ήδη μέσα, να προλάβω μην κλείσει η πόρτα κι άντε περίμενε το επόμενο. Και ξέρετε, όσο πιο πολύ βιάζεσαι, τόσο πιο πολύ αργεί το ασανσέρ να έρθει κι όταν έρθει, σταματάει σε κάθε όροφο σχεδόν σαδιστικά, ουδεπόποτε σε πάει απευθείας εκεί που θες.

Ανοίγει λοιπόν η πόρτα του ασανσέρ, ξεχύνομαι πρώτη έξω, πάω γραφείο, βάζω κλειδί, αυτό να μην μπαίνει, να προσπαθώ, να μην μπαίνει, γουάτ δε φακ να αναρωτιέμαι, να κοιτάζω το κλειδί, είναι το σωστό, να κοιτάζω τη κλειδαριά. Σηκώνω το κεφάλι, βλέπω 6ο όροφος. Το γραφείο μου είναι στον 8ο όροφο και όλοι οι όροφοι είναι πανομοιότυποι μεταξύ τους. Εύχομαι να μη νόμιζε κανείς ότι θέλω να παραβιάσω το ξένο γραφείο.

Έχω πάρει το κλειδί αυτοκινήτου του άντρα μου κι έχω προσπαθήσει επί ματαίω να ανοίξω το δικό μου, έχω στείλει τα εσώψυχα μου που είχαν προορισμό ομάδα φίλων μου στο βάιμπερ, σε ομάδα βάιμπερ με γονείς του σχολείου του παιδιού μου. Οι οποίοι γονείς πρέπει να απόρησαν πραγματικά τι φρούτο είναι αυτή η μάνα του παιδιού που κάνουν παρέα τα παιδιά τους.

Το πιο ωραίο, που θεωρώ ότι έφτιαξε το κέφι πρωί πρωί σε πολύ κόσμο, στο κράτησα για το τέλος. Όχι ότι δεν υπάρχουν κι άλλα, αλλά οκ, ας μην ξεφτιλιστώ, όσο μπορώ να ξεφτιλιστώ. Είναι και γραπτά, μένουν.

Είμαι στην αποβάθρα, όπως κάθε πρωινό. Περιμένω το τραίνο για να πάω στη δουλειά μου. Έρχεται ο συρμός κι εγώ κάνω τον… σταυρό μου. Τον σταυρό μου. Στο τραίνο. Με βλέπουν δηλαδή όλοι οι επιβάτες να κάνω την προσευχή μου μπροστά στο τραίνο λες κι είναι εκκλησία. Λες κι είναι ο άγιος συρμός. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Βλέπω το απορημένο βλέμμα του διπλανού, συνειδητοποιώ τι κάνω, κόβω την κίνηση στη μέση και λέω από μέσα μου, πάει αυτό ήταν, η βίδα λάσκαρε για τα καλά.

Α, όχι δε θα κλείσω με αυτό. Θα κλείσω με ένα άλλο. Είμαι πριν κανα μήνα στο κομμωτήριο να βάψω ρίζα. Έχω φύγει χωρίς μετρητά, αλλά έχω κούτελο. Οκ, εκτός από κούτελο έχω και κάρτα. Βάζω την κάρτα στο pos και πληκτρολογώ τον κωδικό. Ο κωδικός δεν είναι σωστός. Ξαναβάζω πιο προσεχτικά τα νούμερα, ένα ένα. Πάλι δεν είναι σωστός.Έχω μια τρίτη και τελευταία προσπάθεια, πριν μπλοκάρω την κάρτα και μείνω άφραγκη κι ωραία. Με κοιτάζει η κοπέλα στο ταμείο, την κοιτάζω κι εγώ τρομαγμένη κι αγχωμένη, γιατί είμαι και δύσκολη, ώσπου μου έρχεται η επιφοίτηση του αγίου πνεύματος. Τόσην ώρα πληκτρολογώ τον κωδικό του συναγερμού του σπιτιού μου. Γι’ αυτό κι η καημένη κάρτα δεν ανταποκρίνεται.

Έτσι που λέτε! Εσείς, έχετε κάνει τίποτα που να πλησιάζει τα παραπάνω; Πείτε μου ότι δεν είμαι η μόνη που κάνει τέτοια, πείτε μου ότι δεν είμαι η μόνη!

 

Μοιραστείτε το :