Ταξίδι για δύο στη Μάλτα, το νησί των Ιπποτών (μέρος Α)

Μάλτα
Μοιραστείτε το :

Μάλτα

Πριν λίγες μέρες επιστρέψαμε με τον νουαζετοσύζυγο από ένα ταξίδι για δύο, στη Μάλτα. Γιατί Μάλτα; Γιατί είναι κοντά στην Ελλάδα, επιστρέφεις πίσω μέσα σε μιάμιση ώρα, αν ω μη γένοιτο, χρειαστεί, γιατί είναι νησί κι έχουμε καλοκαίρι και γιατί βρήκα ένα κουπόνι από τα γνωστά sites, ΣΟΥΠΕΡ – ΝΤΟΥΠΕΡ ΠΡΟΣΦΟΡΑ, που δε γινόταν να αγνοήσω.

Είχαμε κι επέτειο, 8 ολόκληρων χρόνων παρακαλώ, τρελαίνομαι για ταξίδια, ε, δεν ήθελα και πολύ.

Το μόνο θέμα, μια μικρή λεπτομέρεια δηλαδή, μη φανταστείς, είναι ότι δεν ξέραμε αν όντως θα μπορούσαμε να πάμε, αλλά σκέφτηκα «ο τολμών νικά», ας ρισκάρουμε με αυτή την αγορά, κι αν τα χάσουμε τα εισιτήρια, μικρό το κακό, δε θα πέσουν και τα καράβια μας έξω.

Με το τρέξιμο και τις υποχρεώσεις και τη σιγουριά ότι μάλλον δε θα καταφέρουμε να πάμε -εδώ δεν καταφέρνουμε να βγούμε ένα βράδυ μαζί- δεν είχαμε ψάξει τίποτα, δεν είχαμε οργανωθεί καθόλου για το ταξίδι. Δεν είχαμε τσεκάρει ούτε το ξενοδοχείο, που ήταν μέσα στην προσφορά, ούτε βγάλει κάρτες ευρωπαϊκής υγείας από το ΙΚΑ (δεν ταξιδεύω χωρίς αυτές από τότε που, χρόνια πριν, μια φίλη είχε πάει Ελβετία κι έσπασε τον αστράγαλό της κι ευχόταν τα πεντοχίλιαρα να είναι πετσετάκια).

Αφού δεν πήγαμε μόνο με το βρακί μας, αλλά είχαμε και μια αλλαξιά ρούχα, πάλι καλά. Για να καταλάβεις το τελευταίο της στιγμής, η πτήση μας ήταν Σάββατο μεσημέρι, ο νουαζετοσύζυγος το πρωί δούλευε, εγώ έπαιζα με παιδιά και λίγο πριν αναχωρήσουμε από το σπίτι για το αεροδρόμιο, έφτιαξα, τσάκα – τσάκα, δυο βαλιτσάκια.

Στη διαδρομή προς το αεροδρόμιο γκουγκλάραμε το όνομα του ξενοδοχείου San Antonio  στο St. Pauls και είδαμε 4 αστέρια συνοδευόμενα από σπα-τζακούζια-πισίνες και ήμασταν «WOW, πραγματικά δεν υπάρχει αυτό το φανταστικό κουπόνι προσφοράς»! Κι όντως, δεν υπήρχε.

Ανεξαρτήτως των γύρω-γύρω δεδομένων, περάσαμε φα-ντα-στι-κά και θα σας τα πω όλα χαρτί και καλαμάρι!

Στο αεροδρόμιο, μας υποδέχτηκε ένα κύμα ζέστης με μπόλικη υγρασία κι ένας οδηγός να μας πάει στο ξενοδοχείο. Μπήκαμε μέσα στο αυτοκίνητό του και μέχρι να φτάσουμε, καλά να ‘ναι ο άνθρωπος εκεί που είναι, μας έβγαλε λίγο τη ψυχή.

-You know, here in Malta, we drive very fast, μας είπε οδηγώντας με την ταχύτητα του φωτός. Ναι, κάτι καταλάβαμε, κύριος. Εν τω μεταξύ, οδηγούνε ανάποδα, από την αριστερή μεριά και οκ, μαζί με την ταχύτητα που είχε, έτσι όπως έπαιρνε τις στροφές- στροφάκια, λίγο, ένα τραλα λα, το πάθαμε.

Ήθελε να μας κάνει και ξενάγηση και πρέπει να ήταν τρελός φαν του Game of Thrones γιατί παίζει να είπε και δέκα φορές, ότι στη Mdina, την παλιά πρωτεύουσα του νησιού,γυρίστηκε όλος ο πρώτος κύκλος. Εκτός αν το επαναλάμβανε για να είναι σίγουρος ότι το καταλάβαμε, διότι δεν τα πιάναμε με τη μία, αλλά γι’ αυτό δε φταίγανε τα δικά μας αγγλικά.

Ο άνθρωπος ήταν από τη Νιγηρία και είχε περίεργη προσφορά και κάθε φορά που μας ρωτούσε κάτι ή μας έλεγε κάτι που ήθελε απάντηση, δεν καταλαβαίναμε και μας κούραζε λίγο, αλλά εκεί ο επιμένων νικά, το έλεγε και το ξανάλεγε, μέχρι να ανταποκριθούμε καταλλήλως.

Με αυτά και με κείνα, τις στροφές και τα στροφάκια, φτάσαμε στο ξενοδοχείο…Βλέπουμε μεγάλο κτίριο, μια αξιοπρεπέστατη ρεσεψιόν, ωραίο εσωτερικό κήπο, άρχισα να ονειρεύομαι άπλες, ξάπλες, τζακούζια και τα σχετικά.

Παίρνουμε κλειδί και προχωράμε, διασχίζοντας το ξενοδοχείο. Περνάμε μπροστά από μια μεγάλη πισίνα. Μεγάλη και γεμάτη. Τίγκα όμως, καμένους (κυριολεκτικά και κάποιοι και μεταφορικά) Άγγλους και Αγγλάκια. Και να χωρούσα κι εγώ, να ‘βρισκα μια γωνιά να τρουπώσω, γιατί να θέλω να μπω σε μια κατακατουρημένη, στα σίγουρα, πισίνα. Σκεφτόμουν ότι στα σπα και τα σχετικά, ίσως να ήμουν πιο τυχερή.

Ανοίγουμε πόρτα λοιπόν και πρώτα μυρίσαμε και στη συνέχεια, είδαμε ολόκληρο το μεγαλείο του δωματίου. Το δωμάτιο μύριζε κάτι σαν μούχλα, δεν είχε ψυγείο, ούτε ερ κοντίσιον. Είχε όμως έναν ανεμιστήρα που κρεμόταν από το ταβάνι, έτοιμο να απογειωθεί. Επίσης, ευτυχώς, είχε χρηματοκιβώτιο. Βασικό.

Πάμε λοιπόν στη ρεσεψιόν κι ακολουθεί ο εξής απλός, λιτός και απέριττος διάλογος.

-Hello, our room doesn’t have a refrigerator and my husband is diabetic, so we need one.

-Yes, ok, η απάντηση.

Σκέφτομαι, θα μας αλλάξουν δωμάτιο. Ναι, μη φας, έχουμε γλαρόσουπα. Μην τα πολυλογώ, ήρθε ένας τύπος κι έφερε ένα φορητό ψυγείο τσέπης και το τοποθέτησε πάνω στη συρταριέρα. Καταλάβαμε λοιπόν ότι δε θα αλλάξουμε δωμάτιο.

Είπαμε για τον ανεμιστήρα και το θόρυβο που κάνει και στείλανε ένα μάστορα με τα εργαλεία του να τον φτιάξει. Φύσηξε – ξεφύσηξε, βίδες -βιδάκια, κατσαβίδια ολούθε, το πάλευε φιλότιμα ο άνθρωπος, αλλά περνούσε η ώρα κι είπαμε να μη χάσουμε όλη τη μέρα χαζεύοντας αξιοθέατο τον μάστορα. Τον αφήσαμε να κάνει τη δουλειά του και φύγαμε ενημερώνοντας πρώτα μία υπεύθυνη εκει και για τη μυρωδιά του δωματίου.

“I will bring a spray”, απάντησε η υπεύθυνη κι όντως έφερε ένα αρωματικό σπρέι και ψέκασε το χώρο και τις κουρτίνες.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι αυτό το ξενοδοχείο αποκλείεται να ‘χει σπα, τζακούζια και τα σχετικά και ξανατσεκάραμε στη γκουγκλ, να δούμε τι παίζει.

Αυτό που είχαμε δει στο γρήγορο νωρίτερα, ήταν άλλο. Αυτό που μέναμε, που ήταν στο κουπόνι με τη σούπερ – ντούπερ προσφορά, είχε την ίδια ονομασία με το άλλο, χωρίς το spa στο όνομά του.

Μπαγαποντιά,ε; Απ’ την άλλη, με την τιμή που είχε το κουπόνι που αγοράσαμε για εισιτήρια και διαμονή, δεν έστεκαν τζακούτζια και τα σχετικά. Είχε χάλια κριτικές, αλλά ακόμη κι αυτές μας φάνηκαν πολύ αστείες. Γενικά, είχαμε πάρα πολύ καλή διάθεση!

Επίσης, διαπιστώσαμε ότι ναι μεν, το St. Paul είναι πολύ δημοφιλής, τουριστική περιοχή και την επιλέγουν πολλοί τουρίστες για να κάνουν εξορμήσεις σε όλο το νησί, ωστόσο, εμείς μέναμε στο St. Paul’s Bay. Κι όλοι γνωρίζουμε ότι οι λεπτομέρειες κάνουν πάντα τη διαφορά.

Βγαίνουμε λοιπόν και αρχίζουμε να περπατάμε ένα διχιλιομετράκι να βρούμε ένα μπιστρό με μαλτέζικη κουζίνα που έχει καλές κριτικές, σύμφωνα με τη γκουγκλ (φίλη μας καλή σε αυτό το ταξίδι). Κάπου εδώ να πω, ότι το έχουμε με το περπάτημα. Το βρίσκουμε μεν, κλειστό δε. Βλέπουμε την ώρα που ανοίγει και λέμε, ok, πάμε, μέχρι να ανοίξει, μια βόλτα να δούμε την περιοχή που μένουμε, αν κι είχαμε πάρει μια μικρή γεύση περπατώντας προς το μπιστρό.

Η περιοχή λίγο industrial, λίγο υποανάπτυκτη να την πω, λίγο σπασμένα τζάμια /σκισμένες κουρτίνες από μέσα, κλπ, λίγο περίεργες φάτσες τη νύχτα στο δρόμο, αλλά όλα αυτά εμένα μ’ αρέσουν γενικά. Πάντα στα ταξίδια μου θέλω να βλέπω και περιοχές, μαγαζιά κλπ, μη τουριστικά. Νιώθω ότι έτσι μαθαίνω το μέρος, γι’ αυτό και κλείνουμε επτάωρα περπατήματος κάθε φορά!

Περιμένουμε λοιπόν σε ένα παγκάκι βλέποντας θάλασσα και τρώγοντας γαριδάκια, μέχρι να περάσει η ώρα να πάμε να φάμε στο μπιστρό με τη μαλτέζικη κουζίνα. Χαζεύουμε κόσμο να κάνει μπάνιο στη θάλασσα, ανάμεσα σε βαρκάκια και πάπιες. Ωραία θέα, αλλά ως εκεί.

Ξαναπερπατάμε, ξαναπάμε πίσω στο μπιστρό… κλειστό. Μας έχει κόψει η λόρδα εν τω μεταξύ, έχουμε μιλήσει με βιντεοκλήση με τα πιτσίνια και μας έχει πιάσει ένα κάτι τις νοσταλγικό και μελαγχολικό.

Ξαναπαίρνουμε το δρομί -δρομάκι, που λέει κι ο Τριβιζάς και μπαίνουμε σε ένα μαγαζί κίτρινο – καναρινί, με πλαστικές καρέκλες και καρό τραπεζομάντηλα στα τραπέζια και κάτι vintage πινακίδες, που έγραφε εστιατόριο με θαλασσινά, έγραφε και μπαρ, έγραφε και sirines. Παραγγέλνουμε μια καρμπονάρα εγώ κι ο σύζυγος ένα παραδοσιακό πιάτο της Μαλτέζικης κουζίνας, λαγό με κάτι συνοδευτικό. Όχι ακριβώς θαλασσινά, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια!

Ξαναπερπατήσαμε, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο και πέσαμε για ύπνο! Αφού πρώτα έπεσε η οδοντόβουρτσά μου μέσα στη μαύρη τρύπα του νεροχύτη – διαστήματος κι αναγκάστηκα να βάλω τα δάχτυλα μου βαθιά, μέσα – μέσα για να τη βγάλω και να την πετάξω κι αφού έκανα ένα ντουζ σε μια μπανιέρα – παγοδρόμιο χρησιμοποιώντας τη πετσέτα θαλάσσης που είχα φέρει από Ελλάδα, μια και υπήρχε μόνο ένα σετ πετσέτες στο δωμάτιο.

Αυτή ήταν η πρώτη μας μέρα στη Μάλτα! Από την επόμενη, ξεκινήσαμε τα τουριστικά!

Ξυπνήσαμε το πρωί και είπαμε χαχανίζοντας να δούμε το πρωινό (μέσα στη σούπερ – ντούπερ προσφορά). Βάζαμε στοίχημα ότι θα ‘χει σκέτο καφέ ή θα πρέπει να πληρώσουμε ή κάτι τέτοιο.

Σε έκπληξή μας, υπήρχε σχεδόν κανονικός μπουφές. Λίγο τα λουκάνικά τους ήταν καμένα, τσατσαλιασμένα κι οι ντομάτες με τα κοτσάνια ΑΛΛΑ, οκ, λες και τρώμε κάθε πρωί λουκάνικα και ντομάτες στην Ελλάδα! Ο καφές ήταν πολύ καλός κι  η  ομελέτα μου φανταστική, οπότε μείναμε πολύ ευχαριστημένοι!

Πήραμε λοιπόν το λεωφορείο, να ‘ναι καλά τα google maps και ξεκινήσαμε τον τουρισμό από την πρωτεύουσα τη Valetta.

Valetta

Ιδρύθηκε από το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη ως καταφύγιο για τους στρατιώτες που επέστρεφαν από τις Σταυροφορίες. Μικρή, ατμοσφαιρική με τα φρούριά της, τα τείχη της, την αρχιτεκτονική της, τα παλάτια, τους κήπους, τα σοκάκια και τις χρωματιστές πινελιές, ολούθε, έχει αναγνωριστεί επίσημα Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Τη γυρίσαμε ολόκληρη κι ό,τι δεν είδαμε την πρώτη μέρα, το είδαμε την τελευταία που πήγαμε για τα σουβενίρ μας.

Το πρώτο πράγμα που αντικρύσαμε φτάνοντας στη Valetta είναι το σιντριβάνι με τους τρίτωνες κι όχι γοργόνους που νόμιζα αρχικά, κι εκεί βγάλαμε τις πρώτες τουριστικές φωτογραφίες της ημέρας.

Διάσπαρτα υπήρχαν διάφορα έργα τέχνης, με τα οποία βγάλαμε φωτογραφίες.

Πήραμε το τουριστικό τραινάκι, σαν όλους τους τουρίστες που σέβονται τον εαυτό τους, κάναμε την ξενάγησή μας, μέσα στα στενάκια, γύρω – γύρω από τα παραθαλάσσια τείχη, μάθαμε την ιστορία της Valetta.

 

Όταν κατεβήκαμε από το τραινάκι μπήκαμε σε ένα από τα τοπ αξιοθέατα, τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη. Πολύ επιβλητική εκκλησία. Μπήκαμε μέσα, είχε λειτουργία εκείνη την ώρα, είδαμε και τους πίνακες του Ιταλού ζωγράφου Καραβάτζιο.

Στη συνέχεια βόλτα στα σοκάκια κι επίσκεψη στα Upper Barrakka Gardens. Εκεί, καθημερινώς στις 11 και στις 4 το απόγευμα βαράνε τα κανόνια, εμείς δεν τα πετύχαμε, αλλά απολαύσαμε τη θέα, τα λουλούδια, βγάλαμε και τις φωτογραφίες μας.

Στο παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου δεν πήγαμε, γενικά λίγο βαριόμασταν για μουσεία – παλάτια, πιο πολύ θέλαμε βόλτες στα γραφικά στενάκια, να ανακαλύψουμε ομορφιές, να βγάλουμε φωτογραφίες με κόκκινα μπαλκόνια και χρωματιστές πόρτες και πατζουροπαράθυρα!

 

Τώρα που το θυμήθηκα, ξέρετε ότι η Μάλτα έχει κλειστά πολύχρωμα μπαλκόνια; Μου άρεσαν πάρα πολύ!

Ξαποστάσαμε για έναν καφέ και μιλκσέικ στο διάσημο καφέ Café Cordina, όπου α) δοκιμάσαμε τη μαλτέζικη  σπεσιαλιτέ «παστίτσι», που ήταν μεν πολύ νόστιμη, σφολιάτα τυρόπιτα δε και β) είχε αυτό το άγαλμα που εμ, μου φάνηκε αστείο.

Στη συνέχεια, επειδή είμαστε και πάουερ ρέιντζερς, πήραμε λεωφορείο και πήγαμε στη μεσαιωνική παλιά πρωτεύουσα της Μάλτας, τη Mdina.

Συνεχίζεται….

Μοιραστείτε το :