-
Χριστουγεννιάτικος Έρωτας στο Κορακοβούνι;|Part 1
Πλησίαζε, σύμφωνα με το GPS σε πέντε λεπτά θα έβλεπε την ταμπέλα «Ορεινό Κορακοβούνι». Το ήλπιζε δηλαδή, γιατί συχνά αυτό το μαραφέτι της έδινε παραπλανητικές οδηγίες! Της είχε δώσει ραντεβού στην είσοδο του χωριού, στη μαρμάρινη βρύση της μικρής πλατείας. «Δεν υπάρχει περίπτωση να χαθούμε», της είχε πει γελώντας. Ένιωθε μια αδιόρατη ενόχληση, δεν ήξερε γιατί ακριβώς. Έπρεπε να πετάει από τη χαρά της. Του ζητούσε εδώ και πολύ καιρό να πάνε εκδρομή οι δυο τους. Τώρα μια ανάσα πριν τα Χριστούγεννα, της έκανε το “χατήρι”… Πράγματι, μπαίνοντας στο χωριό που δέσποζε η εκκλησία της Παναγίας είδε το γκρι φορντ φόκους παρκαρισμένο μπροστά στην ταβέρνα – καφενείο του χωριού. Σταμάτησε…
-
Η Μαύρη Χήρα
Η μάνα του ποτέ δεν τη συμπάθησε. Την αποκαλούσε «Μαύρη χήρα», σκέφτηκε κοιτάζοντας τους ιστούς και τη σκόνη που συσσωρεύονταν στις γωνίες. Το σπίτι του ήταν αχούρι, έμοιαζε εγκαταλελειμμένο, σαν εκείνον. Σκόρπια ρούχα παντού, άπλυτα στο νεροχύτη, αποτσίγαρα και κουτιά με μισοφαγωμένες πίτσες στο πάτωμα. Όντως, σαν αράχνη τον τύλιξε στον ιστό της και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Εκείνη που όσο ξαφνικά μπήκε στη ζωή του, έτσι βγήκε. Φεύγοντας, δεν είχε αφήσει τίποτα δικό της εκτός από το γαριασμένο και ξεθωριασμένο πλέον φανελάκι με τη διαφημιστική επιγραφή «Σουβλακερί Τάκης», που φορούσε στον ύπνο. Αυτό το φανελάκι ήταν το παυσίπονό του στον αφόρητο πόνο που ένιωθε, απ’ όταν εκείνη έφυγε. Δούλευε…
-
Τρεχάτε ποδαράκια μου|Γήπεδοοοοο!|ΑΕΚ!
Γήπεδοοοο Γήπεδόοοο! (Διάβασέ το ρυθμικά!) Έγινε επιτέλους -μόνο είκοσι χρόνια άργησε- το γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια! Θα το μαθες, δεν μπορεί! Αργά αργά γίνεται η αγουρίδα μέλι, το καλό το πράγμα αργεί να γίνει, όποιος βιάζεται σκοντάφτει, μπορεί να καθυστέρησε λίγο αλλαααα έγινε ένα γήπεδο κουκλί! Είναι στολίδι, πιστεύω είναι το ωραιότερο όλων, σίγουρα είναι το μόνο με «ταυτότητα» και ναι, είμαι ΑΕΚ αλλά δεν έχει σημασία, είμαι αντικειμενική! Μεγάλη συγκίνηση για πολύ κόσμο, ιδίως σε όσους έχουν Μικρασιάτικη καταγωγή και για κάποιους παλαίμαχους ποδοσφαιριστές που δεν περίμεναν ότι θα προλάβουν να το δούνε έτοιμο! Στάσου μύγδαλα φίλε Ολυμπιακέ, ΠΑΟ ή όποια άλλη ομάδα είσαι, να διαβάσεις, δεν είναι αθλητική…
-
Η κόκκινη βαλίτσα
«Σήκω και φύγε, όπως είσαι». Οι λέξεις σκληρές και αμετάκλητες είχαν αντηχήσει ψυχρά στο μέχρι πρότινος ηλιόλουστο δωμάτιο βυθίζοντας το στην παγωνιά. «Σήκω και φύγε, όπως είσαι», έπαιζε επαναλαμβανόμενα και ρυθμικά ταμπούρλο στο κεφάλι της κάνοντας τα μηνίγγια της να σφίγγονται, το σφυγμό της να χτυπάει δυνατά. Ένιωσε εγκλωβισμένη, το μεγάλο της σπίτι τώρα της φαίνονταν στριμωγμένο κελί. Σήκωσε το κεφάλι και το μάτι της έπεσε στη μικρή υδρόγειο σφαίρα που στόλιζε το τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης. Ναι, αυτό είναι. Η υδρόγειος. Την πήρε στα χέρια της, τα γεμάτα κοψίματα και γρατζουνιές, και κλείνοντας τα μάτια της τη στριφογύρισε ελαφρά. Μετρώντας από μέσα της μέχρι το δέκα, ακούμπησε ένα δάχτυλό πάνω της,…
-
Σαν τον παθιασμένο έρωτα του Τριστάνου και της Ιζόλδης, δεν έχει!
Ο παθιασμένος έρωτας του Τριστάνου και της Ιζόλδης έχει το μεσαιωνικό ιπποτικό παραμυθένιο των εραστών της Τερουέλ αλλά στο πιο ολοκληρωμένο και στο λιγότερο απωθημένο. Βασίζεται στον «Tristan» του Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ αλλά οι περισσότεροι τον μάθαμε μέσω της όπερας που συνέθεσε ο Βάγκνερ, ο οποίος την εμπνεύστηκε όταν γνώρισε τον πλούσιο έμπορο Βέζεντονκ και τη γυναίκα του, την όμορφη Ματίλντε. Τη Ματίλντε κυρίως. Μισό, να τα πιάσω από την αρχή! Ο Βέζεντογκ ως μεγάλος θαυμαστής της μουσικής του Βάγκνερ, τον χρηματοδοτούσε επί σειρά ετών και του άνοιξε και το σπίτι του γιατί δεν ήξερε, δε ρώταγε, να του πούνε ότι οι μουσικοί και οι μπάρμεν με τα ποτά και…
-
Ο γιος του Άι Βασίλη!
Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν τόπο μακρινό, ας τον πούμε Βόρειο Πόλο, ζούσε ο Άγιος Βασίλης με τη γυναίκα του, τον εξωτικό ενήλικο γιο του κι ένα τσούρμο ξωτικά! Τα Χριστούγεννα ήταν η καλύτερη τους, τουλάχιστον για τους πρώτους και τους τελευταίους. Ο υιός του Άι Βασίλη πάλι, εμ, χμ, δε θα τον έλεγες παιδί – Χριστούγεννο! «Ταχυδρόοοομοοοοος», φώναξε το μικρό ξωτικό και προσγειώθηκε απαλά στο έδαφος, έξω από το σπίτι του Άι Βασίλη, μπροστά από το γραμματοκιβώτιο, αφήνοντας δύο χιλιάδες εικοσιτέσσερις σάκους ξέχειλους γράμματα! «Καλώς την Ελβίνα», τη χαιρέτησε η κυρία Άγια Βασίλη, που άνοιξε την πόρτα ακούγοντας τη φωνή της! «Έλα ομορφιά μου, έλα να σε…
-
Το τσίμπημα της σφήκας
Ο ήλιος τρύπωνε σιγά σιγά αλλά δυναμικά μέσα στο μικρό υπνοδωμάτιο, ανέβηκε στο κρεβάτι της Μελίνας και χάιδεψε με το φως του το πρόσωπό της. Ακόμη μία φορά που είχε ξεχάσει να τραβήξει τις βαριές κουρτίνες αποβραδίς. Σήμερα όμως δεν ενοχλήθηκε και δεν έβρισε, αντιθέτως, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε διάπλατα στο πρόσωπό της. Με μισόκλειστα ματια γύρισε το κεφάλι της δεξιά να δει το ρολόι πάνω στο κομοδίνο. Οι κόκκινοι αριθμοί του αναβόσβηναν 9.30! Αχ, τι ωραία, σκέφτηκε, και δίνοντας μία στο πάπλωμα που τη σκέπαζε, σηκώθηκε όρθια! Αυτό το πρωινό ήταν ξεχωριστό. Περίμενε τις καλύτερες της φίλες, οι οποίες θα προσγειώνονταν στις 10.30, τοπική ώρα, στο αεροδρόμιο. Είχε μια ολόκληρη…
-
Έρωτας ήταν θαρρώ…
Νιώθω. Τι ρήμα κι αυτό. Δίνει δυναμική στις λέξεις που συνοδεύει. Νιώθεις την αγάπη, τον έρωτα, το πάθος, τη χαρά, τη μελαγχολία, τη λύπη, την αδιαφορία. Μάντεψε πώς νιώθω, του έγραφε. Νιώσε με. Πόση δύναμη έχει στην προστακτική του. «…νιώσε με, σώσε με, κι ό,τι θες σ’ το προσφέρω…» έλεγαν οι στίχοι ενός τραγουδιού. Η Άννα, σταμάτησε να γράφει. Το χέρι σηκώθηκε από το πληκτρολόγιο κι έμεινε για λίγο μετέωρο στον αέρα. Το κατέβασε αργά κάτω. Δεν είχε νόημα να του γράψει τίποτα. Το ήξερε πολύ καλά πώς νιώθει, του το είχε πει, του το είχε δείξει. Ποιος ο λόγος για το «ραβασάκι»; Να κάνει τι; Επίκληση στο συναίσθημά του;…
-
Το κορίτσι με το γατάκι
Η Δώρα έκλεισε ακόμη πιο σφιχτά τα μάτια της κάνοντας ότι κοιμάται κι ότι δεν ακούει το επίμονο κουδούνισμα από το θυροτηλέφωνο. Η μαμά της ξαπλωμένη δίπλα της σηκώθηκε και περπατώντας στα δάχτυλα των ποδιών της πήγε κι έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου. Ο ήχος τώρα ερχόταν πιο αχνός αλλά ακόμη ξεκάθαρος. Η μικρή την ένιωσε να ξαπλώνει πάλι δίπλα της και να της χαιδεύει τα μακριά της μαλλιά, αλλά παρέμεινε με κλειστά τα μάτια. Δεν ήθελε να καταλάβει ότι είναι ξύπνια και να τη στενοχωρήσει. Είχε ένα αίσθημα όχι ακριβώς φόβου, αλλά σίγουρα δυσάρεστο. Σκέφτηκε τον μπαμπά της. Αν εκείνος ήταν εδώ, τώρα αυτό το κουδούνι δε θα χτυπούσε…
-
Το πάρτι
Πολλά νεαρά άτομα φορώντας μπλουζάκια σε έντονα φωσφοριζέ χρώματα κι έχοντας μαλλιά αντίστοιχης απόχρωσης, στέκονταν στη μεγάλη ουρά και περίμεναν να έρθει η σειρά τους να πλησιάσουν στην είσοδο, να πληρώσουν για να μπούνε στον χώρο που γινόταν το πάρτι. Ανάμεσα τους κι η Δήμητρα, με το απλό λευκό αμάνικο μπλουζάκι και το ξεβαμμένο τζιν της. Είχε βρεθεί σε αυτά τα χωράφια που θα γινόταν το πάρτι σχεδόν άθελά της. Εκείνη, όταν ετοιμαζόταν νωρίτερα, νόμιζε ότι θα περνούσε μια ήρεμη βραδιά με τον αγαπημένο της. Δεν είχε ιδέα πού θα πήγαιναν. Με τον Μάριο έβγαιναν λίγο καιρό αλλά η Δήμητρα του είχε παραδοθεί ψυχή και σώμα. Δεν είχε χρειαστεί καν…


























