-
Ο δρακουμέλ διευθυντής
Είχε αρχίσει να αγχώνεται πολύ. Σε πέντε λεπτά ακριβώς έπρεπε να είναι στο γραφείο της και η νοερή κλεψύδρα που στην άκρη του μυαλού της κόντευε να αδειάσει, ενέτεινε τον πανικό της. Σαν ανόητη, που θα έλεγε και ο Δρακουμέλ, πάτησε και το πάνω και το κάτω κουμπί. Το ασανσέρ προσπερνούσε το ισόγειο κάνοντας βόλτα στους υπόλοιπους ορόφους Από το πάρκινγκ του υπογείου στους ορόφους και τούμπαλιν. Και ήταν και πολλοί οι όροφοι… «Υπάρχει ένα βελάκι πάνω, βελάκι κάτω; Πατάμε μόνο αυτό που αντιστοιχεί στην κατεύθυνση που θέλουμε να κινηθούμε!» άκουσε μια φωνή πίσω της.«Τα κουμπιά των ασανσέρ είναι πιο βρόμικα και από την τουαλέτα», του απάντησε.«Πού κολλάει τώρα αυτό;»,…
-
Η υπέρβαρη βαλίτσα
Οι δύο κοπέλες τρέχανε με τις σαγιονάρες σέρνοντας τις βαλίτσες τους στον κακοτράχαλο δρόμο προς το λιμάνι! «Τρέχα χριστιανή μου, αργήσαμε, θα χάσουμε το πλοίο»! Η μελαχρινή κοπέλα που προπορευόταν, φώναζε στην ξανθιά που ακολουθούσε μία ανάσα πίσω της «Τρέχω τι να κάνω, δεν είμαι και ο Κεντέρης!», απαντούσε η άλλη ασθμαίνοντας! «Αχ!» φώναξε ξαφνικά, «περίμενε, έσπασαν τα ροδάκια της βαλίτσας»! «Ε, όχι ρε συ, όχι ρε Μέρφυ! Μπορείς να τη σηκώσεις;» τη ρώτησε με αγωνία η μελαχρινή. «Πλάκα κάνεις; Μόνο αν είχα τα μπράτσα του Σβαρτζενέγκερ!», αποκρίθηκε η ξανθιά που δεν έχανε ποτέ το χιούμορ της. «Πήρες όλη την ντουλάπα μαζί στις διακοπές και τι κατάλαβες; Κυκλοφορούσες όλη την…
-
Η φίλη
Η βιντεοκασέτα που τις έδειχνε να γελάνε στο λουναπάρκ είχε φτάσει στο τέλος της. «Φρεντς φορ έβερ», φώναζαν χαρούμενες, με την καλύτερή της φίλη τη Ρένα, τη διπλανή της στο θρανίο από το νήπιο και σ΄ όλες τις τάξεις του σχολείου. Σχεδόν δηλαδή. Την είχε σαν αδερφή της την Ρένα. Την είχαν πάρει υπό την προστασία τους οικογενειακώς, αφού ο πατέρας της δούλευε συνεχώς και ασταμάτητα, επτά μέρες την εβδομάδα κι η μητέρα της τους είχε εγκαταλείψει όταν ήταν μωρό ακόμα. Το λουναπάρκ ήταν το αγαπημένο τους μέρος. Εκεί τις πήγαιναν οι γονείς της τα Σαββατοκύριακα, εκεί βγαίνανε τα Σαββατόβραδα μόνες τους, όταν μεγάλωσαν. Όλα μαζί τα κάνανε. Μόνο στο…
-
Ντέιτ ε ντούκι!
Το τελευταίο μισάωρο ένιωθε η μουσική να της τρυπάει τον εγκέφαλο. Τα μπάσα να της ζουλάνε το μυαλό. Ποτέ δεν άντεχε τη μουσική στη διαπασών, ακόμα και τα καλύτερα τραγούδια μετατρέπονταν σε ηχορύπανση. Δε βοηθούσε και το είδος που έπαιζε ο ντιτζέι του μαγαζιού, ιλέκτρο σάμθινγκ ήταν; Κάτι τέτοιο. Βέβαια, από το να άκουγε τραπ, και θέλω κότερα και ελικόπτερα, χίλιες φορές αυτή. Ήταν το στέκι του της είχε πει, τους ήξερε όλους καλά, και, αν έκρινε από τη γλώσσα του σώματος, την κοπέλα που τους σέρβιρε, καλύτερα! Εκείνος διασκέδαζε χωρίς να δείχνει ότι έχει αντιληφθεί τη δική της δυσαρέσκεια. Ή την είχε αντιληφθεί και δεν τον ένοιαζε; Ήταν θέμα…
-
Πρόχειρος τίτλος: Ο γείτονας
Κοιμόταν. Έναν βαθύ ύπνο χωρίς όνειρα, όπως άλλωστε το συνήθιζε τους τελευταίους μήνες. Σε αυτό, βεβαίως, συνέβαλε και η βοήθεια της χημείας. Ζήτησε τη συνδρομή της γιατί χρειαζόταν ξεκούραση από τις σκέψεις και να χάσει τον έλεγχο του ονείρου. Γιατί, ακόμα και όταν ονειρευόταν, σχημάτιζε τον χώρο, διάλεγε τους πρωταγωνιστές και τις καταστάσεις που συμμετείχαν και ας μην ήταν εφικτά στην πραγματικότητα. Ξυπνούσε κάθιδρη. Τα ζούσε στον ξύπνιο της, θα τα ζούσε και στον ύπνο της; Παρόλο που ο βαθύς ύπνος λειτουργούσε κι ως συσκευή ακύρωσης του θορύβου, ένας ενοχλητικός επίμονος ήχος από μακριά που ολοένα και πλησίαζε, κατάφερε να εισχωρήσει και να φτάσει στο συνειδητό της. Ανακάθισε στο κρεβάτι…
-
Το προσκλητήριο της έπεσε από τα χέρια
Κοιτούσε αποσβολωμένη το χαρτί, τα γράμματα δεν καθόντουσαν ήσυχα, χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια της, σαν να μην ήθελαν να τα διαβάσει. Παρ’ όλα αυτά, τα κατάφερε κι έβγαλε νόημα. «Τι θράσος», σκέφτηκε και ταυτόχρονα αναρωτήθηκε, «ήταν δική του ή δική της ιδέα να της στείλουν το προσκλητήριο του γάμου τους; Τις δυο τους τις αποκαλούσαν «σιαμαίες», ήταν φίλες από την εποχή του σχολείου. Τους δυο τους τους φτύνανε να μην τους ματιάσουν, «το ιδανικό ζευγάρι», έλεγε ο κόσμος. Άλλαξε όμως ο συνδυασμός της δυάδας. Και εκείνη έμεινε μονάδα. Λένε, στους δύο τρίτος δε χωρεί. Εκτός αν βρει μια τρύπα, χωθεί, σπρώξει και εκτοπίσει τον δεύτερο και πάρει τη θέση του. Το αγόρι…
-
Χριστουγεννιάτικος έρωτας στο Κορακοβούνι;|Part 2
Χριστουγεννιάτικος έρωτας στο Κορακοβούνι, η συνέχεια του Part 1 «Λοιπόν, αρχικά θέλω να με πιστέψεις ότι δεν είμαι διαρρήκτης και ότι είμαι εντελώς ακίνδυνη!» «Παρόλο που βρίσκεσαι σε ξένο σπίτι, χωρίς τον ιδιοκτήτη του και αν μου φερνες το τηγάνι στο κεφάλι προηγουμένως, θα με άφηνες στον τόπο Χριστουγεννιάτικα! Φαντάζομαι όμως, ότι δεν είσαι ούτε το ξωτικό των Χριστουγέννων και αναρωτιέμαι, όπως καταλαβαίνεις, πώς βρέθηκες μόνη εδώ πάνω, στα βουνά με τους λύκους!» «Έχει λύκους έξω;» Ρώτησε εκείνη έντρομη. Ο νεαρός δεν της απάντησε αλλά την κοίταξε με ένα σκανταλιάρικο βλέμμα. Η κοπέλα έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. Αν έκρινε από το ύφος του μάλλον την πείραζε. «Λοιπόν, η αλήθεια θα…
-
Χριστουγεννιάτικος Έρωτας στο Κορακοβούνι;|Part 1
Πλησίαζε, σύμφωνα με το GPS σε πέντε λεπτά θα έβλεπε την ταμπέλα «Ορεινό Κορακοβούνι». Το ήλπιζε δηλαδή, γιατί συχνά αυτό το μαραφέτι της έδινε παραπλανητικές οδηγίες! Της είχε δώσει ραντεβού στην είσοδο του χωριού, στη μαρμάρινη βρύση της μικρής πλατείας. «Δεν υπάρχει περίπτωση να χαθούμε», της είχε πει γελώντας. Ένιωθε μια αδιόρατη ενόχληση, δεν ήξερε γιατί ακριβώς. Έπρεπε να πετάει από τη χαρά της. Του ζητούσε εδώ και πολύ καιρό να πάνε εκδρομή οι δυο τους. Τώρα μια ανάσα πριν τα Χριστούγεννα, της έκανε το “χατήρι”… Πράγματι, μπαίνοντας στο χωριό που δέσποζε η εκκλησία της Παναγίας είδε το γκρι φορντ φόκους παρκαρισμένο μπροστά στην ταβέρνα – καφενείο του χωριού. Σταμάτησε…
-
Η Μαύρη Χήρα
Η μάνα του ποτέ δεν τη συμπάθησε. Την αποκαλούσε «Μαύρη χήρα», σκέφτηκε κοιτάζοντας τους ιστούς και τη σκόνη που συσσωρεύονταν στις γωνίες. Το σπίτι του ήταν αχούρι, έμοιαζε εγκαταλελειμμένο, σαν εκείνον. Σκόρπια ρούχα παντού, άπλυτα στο νεροχύτη, αποτσίγαρα και κουτιά με μισοφαγωμένες πίτσες στο πάτωμα. Όντως, σαν αράχνη τον τύλιξε στον ιστό της και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Εκείνη που όσο ξαφνικά μπήκε στη ζωή του, έτσι βγήκε. Φεύγοντας, δεν είχε αφήσει τίποτα δικό της εκτός από το γαριασμένο και ξεθωριασμένο πλέον φανελάκι με τη διαφημιστική επιγραφή «Σουβλακερί Τάκης», που φορούσε στον ύπνο. Αυτό το φανελάκι ήταν το παυσίπονό του στον αφόρητο πόνο που ένιωθε, απ’ όταν εκείνη έφυγε. Δούλευε…
-
Τρεχάτε ποδαράκια μου|Γήπεδοοοοο!|ΑΕΚ!
Γήπεδοοοο Γήπεδόοοο! (Διάβασέ το ρυθμικά!) Έγινε επιτέλους -μόνο είκοσι χρόνια άργησε- το γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια! Θα το μαθες, δεν μπορεί! Αργά αργά γίνεται η αγουρίδα μέλι, το καλό το πράγμα αργεί να γίνει, όποιος βιάζεται σκοντάφτει, μπορεί να καθυστέρησε λίγο αλλαααα έγινε ένα γήπεδο κουκλί! Είναι στολίδι, πιστεύω είναι το ωραιότερο όλων, σίγουρα είναι το μόνο με «ταυτότητα» και ναι, είμαι ΑΕΚ αλλά δεν έχει σημασία, είμαι αντικειμενική! Μεγάλη συγκίνηση για πολύ κόσμο, ιδίως σε όσους έχουν Μικρασιάτικη καταγωγή και για κάποιους παλαίμαχους ποδοσφαιριστές που δεν περίμεναν ότι θα προλάβουν να το δούνε έτοιμο! Στάσου μύγδαλα φίλε Ολυμπιακέ, ΠΑΟ ή όποια άλλη ομάδα είσαι, να διαβάσεις, δεν είναι αθλητική…


























